Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

... εγώ κρατώ την άγκυραν



«Κίνδυνος – θάνατος! Μην αναδιφείτε τα παλαιά, φυλαγμένα αναμνηστικά». Χαρακτηριστικό, νομίζω, είναι ότι αυτή η γνώμη του Μωπασάν διατυπώθηκε πολύ πριν από την εντατική χρήση του ηλεκτρισμού στις καθημερινές ανάγκες του ανθρώπου. Δεν θα’ θελα να πω ότι είναι εσφαλμένη, όσον αφορά το σημερινό άτομο. Το εναντίον, υπογραμμίζοντας την ορθότητά της, ετόνισα στην αρχή των αναδιφήσεών μου, μέσα στο κουτί με τα’ αναμνηστικά που περιγράφω, τη διάθεση αυτοκτονίας που με καταλάμβανε.
«Κίνδυνος – θάνατος! Μην ψαχουλεύετε τις αναμνήσεις σας». Κίνδυνος – θάνατος βέβαια. Αλλά τι να κάνουμε; Είναι δυνατό να μείνουμε χωρίς ηλεκτρικό στο σκοτάδι και την άγνοια; Ο άνθρωπος το εναντίον τείνει να εκμεταλλευτεί αυτή την ενέργεια και για τις πιο κοινές χρήσεις της καθημερινής ζωής. Ένας φίλος μου, βλέποντας τις καινούργιες ηλεκτρικές κουζίνες που’ φεραν στη πόλη μας, λέγοντάς μου ότι θα’ θελε να’ χε τα λεφτά ν’ αγοράσει μία, πρόσθεσε καλαμπουρίζοντας: «Θα βάζω τη πρίζα και θα’ χω τη μπριζόλα έτοιμη». Σας αρέζουν οι μπριζόλες στη σχάρα, με λίγη ρίγανη από πάνω; Ποιος είναι που δεν αισθάνεται την όρεξη για φαί; Θα πρέπει να’ ναι άρρωστος. Δώστε ακόμα μια σκουντιά στον συλλογισμό μας, και βλέπετε ότι πολύ γρήγορα φτάνουμε στο συμπέρασμα πως μονάχα οι άρρωστοι θα δίσταζαν, εμμένοντες στ’ αγαθά της ζωής, να μη φαν, να μη μαγειρέψουν τοποθετώντας τη χύτρα τους απάνω στη καταπληκτική δύναμη του πόνου. Δεν αναπτύσσω θεωρία προσωπική, απλώς αγωνίζομαι για την αλήθεια ενός αρχαίου κανόνα. « Μην περιμένεις να ευτυχήσεις, αν πρότερον δεν αποθάνεις», λέει η ασκητική των Πατέρων. Δεκαπέντε χρόνια τώρα προσπαθώ να δώκω κάποια ερμηνεία στο πνεύμα του αποφθέγματος. Καταρτίζοντας έναν πίνακα με τα ονόματα όλων των προσώπων π’ αναφέρονται στ’ αναμνηστικά του χαρτονένιου κουτιού, θα’ θελα να περιγράψω ό,τι ένιωσα μέσα μου. Όταν η ενθύμηση της μάνας του ζωντανεύει μπρος στα μάτια του Κάλβου, γράφει:«…τώρα τα χείλη μου / δύνανται να φιλήσουν / του θανάτου τα γόνατα / να στέψω το κρανίον του / δύναμαι τώρα».
«Ο φοβερός εχθρός / έγινε φίλος». Και συμπεραίνει με κάποια υπερηφάνεια: «… τώρα οπού βλέπω / τον θάνατο με θάρρος / εγώ κρατώ την άγκυραν / της σωτηρίας». Η θύελλα που ξεσηκώνει μέσα στο ανώτερο κέντρο της ύπαρξης η  μνήμη, ισχυρή πηγή γνώσης, χαρίζει στο πνεύμα τη δυνατότητα της  μετατροπής των βασάνων σε χαρά σταθερή και αμετάθετη. Ο Κάλβος παραβάλλει το περπάτημα του νου του με το πέταγμα του αετού από’ να βουνό σ’ άλλο. Πτερώνεται καθώς σηκώνει μέσα του τη μάνα του ολόκληρη. Ο φθαρτός πηλός του σώματος φτερώνεται γεμίζοντας από μορφές ανθρώπων. Κάθε μέλος, κάθε μυς, κάθε όργανο, κάθε σπλάχνο, κάθε σταγόνα αίμα, όλα τα κύτταρα γεμίζουν απ’ ανθρώπους και καταντούν αθάνατα. Δεν είναι πια δικά σου για να’ ναι θνητά. Η ύπαρξη διαγράφεται σαν τον κυματισμό πάνω στα νώτα της θάλασσας, που δεν χόρταινα να βλέπω στον γραφικό ημισεληνοειδή ορμίσκο, σ’ έναν από τους γιαλούς της Κασσάνδρας. Ερχόντουσαν τα κύματα μέχρι τα πόδια μου βρέχοντας με ραντίδες θερμές σαν τα δάκρυα. Έσβηναν σα να τα ρουφούσε η άμμος και δεν φαινόταν τίποτα, πάνω στο μνήμα, όπου ερχόταν άλλο και άλλο, δίχως να τελειώνουν ποτέ, σαν να ξαναγύριζαν στα βάθη του ορίζοντα που έμοιαζε αφετηρία τους, εκείνα που πριν είχαν σβήσει πατώντας στη στεριά.




Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
«Η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής»
εκδόσειςΆγρα

photo: Ken Rosenthal

 
[επίσης, είδαμε αυτή την Άνοιξη:

 «Οι ιστορίες του κυρίου Νίκου»
 Η γλώσσα του πεζογράφου Ν. Πεντζίκη
BIOS Cinematheque
Σύλληψη/ Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης  
Ζωγραφιές/ Ρούχα: Ναταλία Καραζήση
Παίζουν: Ακύλλας Καραζήσης, Χάρης Φραγκούλης, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Νίκο Χανακούλας, Χαρά Ιωάννου. Στην παράσταση συμμετάσχουν ευγενικώς  τρεις κυρίες.

      http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=444908    ]