Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

α΄




 Οι ιδέες που παραδέχουμαι έχουν σώμα και υπόσταση, και γι’ αυτό τις λέω σκοτεινές. Μπορούν, είναι ικανές να πείσουν τις αισθήσεις. Οι ιδέες αυτές ανεβαίνουν από μέσα μας και εκρήγνυνται σαν άνθη στον έξω κόσμο. Συνεχίζοντας την παρομοίωση της ιδέας με τον κόσμο της βλαστήσεως, μπορούμε να διακρίνουμε  στην υπόστασή της διάφορα στάδια, ανάλογα κάπως με τα στάδια της φυτικής καλλιέργειας και αναπτύξεως. Ίσως εν τέλει και συνολικά η ιδέα να μην είναι παρά η φυσική ακολουθία της καλλιέργειας του αντικειμένου κόσμου μέσα στην υποκειμενική ψυχή. Επόμενα, μπορούμε για μια ιδέα να πάρουμε και άλλα στάδια της εσωτερικής ανόδου και αναπτύξεως, εκείνα επί παραδείγματι που δεν είναι καθόλου άνθη, το μακρόχρονο υπόγειο στάδιο των αλλοιώσεων που υφίσταται ο σπόρος. Το στάδιο τούτο δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς πως αναγκαστικά, όσες σχετικές διαφωτίσεις κι αν γίνουν, παραμένει κατά βάσει σκοτεινό. Αν πάλι πεισθούμε αρχικά για τη σκοτεινάδα των ριζών, κατόπι δεν είναι δύσκολο να πεισθούμε και για τα σκοτεινότητα του λουλουδιού. Μ’ αυτό δεν θέλω να εμπνεύσω κανενός είδους απαγόρευση, ώστε βγαίνοντας στους αγρούς να διστάζετε να κόψετε αγκαλιές λουλούδια. Είναι γεμάτα ομορφιά και στολίζουν πλούσια το σπίτι. Αλλά τούτο μόνο∙ μην πιστέψετε ποτέ ότι κόβοντας τα λουλούδια, συναποκομίζετε και το μέγα μυστήριο της αγάπης που τα γεννά. Μια τέτοια αγάπη η φύση είναι και ο κόσμος των ιδεών που προβάλλει ο Πλάτων. Δεν θα τολμούσα ν’ αναναφερθώ με τόση έμφαση στην πραγματικότητα του, αν όλα δεν με έπειθαν σχετικά  τον τελευταίο καιρό που δεν κάνω άλλο από το να περιδιαβάζω στους λειμώνες. Επ’ αυτού πρέπει να ομολογήσω ότι δεν συνετέλεσαν ολίγο οι ανοιξιάτικοί μου περίπατοι στο κοντινό προς την πόλη μας δάσος Κουρί, με τα ωραιότατα χοτοβριθή λιβάδια του. Ήταν δυνατό, βλέποντας τα παράξενα φυτικά είδη Όρχις και Όφρυς, να μην τρέξω να δρέψω ποικοιλόμορφες ομορφιές, γεμίζοντας την αγκαλιά μου με ιδέες; Το σπίτι μας κάποια στιγμή πρόβαλε στολισμένο σαν αληθινό παλάτι της ευτυχίας. Γρήγορα βέβαια όλα μαράθηκαν, και πιθανότατα στη φτώχεια που ένιωσα εκ των υστέρων να ωφείλεται το πλείστον των παροξυσμών της απελπισίας που με κατέβαλε. Δεν ήμουνα εγώ η γης που θα φύτρωναν τα άνθη. Το σπίτι άδειασε. Ωστόσο από τόσο πλήθος μαραμένων νεκρών λουλουδιών κάτι δεν μπορεί παρά να προβάλει. Αυτή η αντίληψη είναι η ιδέα- κίνητρο που πλημμυρά με αισιοδοξία τα μέσα μου. Ύστερα από την απογύμνωση, ξαφνικό φως, σχεδόν σου επιτρέπει να σκύψεις, να δρέψεις εν’ ακόμα στερνό λουλούδι, για στολισμό του σπιτιού, την αισιοδοξία που προβάλλει ολοκάθαρη. Θεέ μου! Αν είναι αλήθεια ότι στην άγονη, νεκρή γης επέτρεψες να επανανθήσει  το φως, τότε, κι όταν ακόμα μαραθεί και διαβεί ο καιρός του, η αμφιβολία δεν θα ΄χει πια τόπο να σταθεί, αφού άπαξ ο νεκρός στολίζεται με άνθη.




Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
«Η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής»
εκδόσεις:  Άγρα

photo: Teresa Munisteri – ¨vestigial forest¨

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Ό,τι




Ό,τι -
θέλεις.
Ας-
Το
Θέλεις.
Έστω…
με Απελπισία.


Photo: Martin Stranka – I Came There -

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

…πίστη




…Η ψυχή μου ωθούνταν μ’ ένα άπλωμα του χεριού να φτάσω να εγγίσω τις σκιές. Προς ποια κατεύθυνση έπρεπε ν’ απλώσω το χέρι μου δεν ήξερα, και εμποδιζόμουν να κάνω την παραμικρότερη κίνηση. Πέρα όμως απ’ όλα τα εμπόδια διέκρινα το γαλήνιο φως, το μυστικό καντήλι που έφεγγε γλυκά σαν μέλι. Τούτο είναι ό,τι μπορώ να ονομάσω μέσα μου πίστη, που δεν έπαψε να με οδηγεί πάντοτε. Ίσως λόγος ψιλός, και όμως γύρω απ’ αυτό το άσαρκο σώμα αδιάκοπα οργανώνονται όλα τα καθ’ ημέραν γεγονότα, συμβάντα και πράγματα της ζωής μου. Συχνά δεν ξέρω με ποιο τρόπο, και βυθίζομαι σε ένα ασυνάρτητο σκότος, σε ένα χάος άμορφο, ίσαμε που να με οδηγήσει πάλι το φως.




Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
«Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής»
Εκδόσεις: Άγρα 2008

Photo: Kamil Vojnar – airport

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

…και αχαλίνωτη είναι της ζωής η αυθαιρεσία.




Αποχαιρετώ όλα όσα ήμουνα και ζούσα,
όσα περιφρονούσα, μισούσα, αγαπούσα.

Της νέας ζωής την αρχή κρατώ,
το δέρμα της χτεσινής μέρας τ’ αποχαιρετώ.

από τον εαυτό μου ειδήσεις δεν θέλω πια,
τον εαυτό μου αποχαιρετώ ολοκληρωτικά,

πάνω από μένα στέκομαι λοιπόν και με κοιτάζω,
την ψυχραμένη μου ψυχή αδειάζω,

τον εαυτό μου αφήνω στο κενό,
με βλέπω αδιάφορα σαν κάποιος άλλος να’ ναι εδώ.

Σας χαιρετώ, σας χαιρετώ, στήθη μου παγωμένα,
ψωμί χωρίς εμένα, κρασί χωρίς εμένα,

όνειρα της νύχτας και πεταλούδες της μέρας χωρίς εμένα
σας χαιρετώ, όλα χωρίς εμένα κι όλους χωρίς εμένα!

Διαβάζω σελίδες από τα άγραφα βιβλία,
ακούω του στρογγυλού μήλου την κυκλική ομιλία,

ακούω του λευκού συννέφου τον κάτασπρο λόγο εδώ,
μα ούτε μια λέξη για σας να φυλάξω δεν ξέρω εγώ,

γιατί σαν άδειο δοχείο έζησα τη ζωή μου
και δεν ξέρω γιατί θρυψάλιασα την ψυχή μου.

Την κινούμενη σφαίρα στο χέρι μου πια δεν κρατώ
κι ούτε λέξη χωρίς λέξη δεν θα σας πω.

Μα κάποτε, άνθρωποι, φύλλα και χόρτα, ψάρια και πέτρες
βαρειές,
έβρισκαν μέσα μου λέξεις βαθειές.



Αρσένι Ταρκόφσκι



IV


Όπως ένα δέντρο από τον διαβρωμένο γκρεμό
πετώντας το χώμα προς τα πάνω
γκρεμίζεται με τις ρίζες του ψηλά,
και το γρήγορο ρεύμα του νερού παίζει με τα κλαδιά,
έτσι ο σωσίας μου πάνω σε άλλο γρήγορο ρεύμα
φεύγει από το μέλλον στο παρελθόν.
Εγώ από κάποιο ύψος ακολουθώ τον εαυτό μου με το
βλέμμα
κι αρπάζω κάτω την καρδιά.

Ποιός μου έδωσε
τρεμουλιαστά κλαδιά, ισχυρό κορμό
κι ασθενικές αδύνατες ρίζες;
Ολέθριος είναι ο θάνατος, μα η ζωή πιο ολέθρια,
και αχαλίνωτη είναι της ζωής η αυθαιρεσία.
Φεύγεις Λάζαρε; Ας είναι, φύγε!
Καίει ακόμα πίσω ο μισός ουρανός.
Δεν υπάρχει πια η σύνδεση ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα.
Κοιμήσου, ω φιλόβιε! Τα χέρια πάνω στο στήθος
ακούμπησε και κοιμήσου!





Αρσένι Ταρκόφσκι

ΧΡΟΝΟΣ
Εικοσιπέντε στάσεις στο ποιητικό του έργο

Μετάφραση: Μαξίμ Κίσιλιερ – Λίνος Ιωαννίδης
Εκδόσεις: Ίνδικτος 2008

στην φωτογραφία ο Αρσένι Ταρκόφκι

photo: Soryo Wibowo

Debussy - Nocturne