Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011




Η Συνάντηση των Μελισσών



Ποιοι να’ ναι αυτοί πάνω στη γέφυρα που με περιμένουν;
Είναι χωρικοί –
Ο εφημέριος, η μαμή, ο καντηλανάφτης, ο πράκτορας των με-
λισσών.
Μέσα στο αμάνικο καλοκαιρινό μου φόρεμα είμαι εντελώς απρο-
στάτευτη,
Κι αυτοί είναι όλοι γαντοφορεμένοι και σκεπασμένοι, γιατί δε
με ειδοποίησε κανείς;
Χαμογελούν και βγάζουν τούλια κάτω από αρχαία καπέλα.


Εγώ είμαι γυμνή σαν το λαιμό της κότας, κανείς δε μ’ αγα-
πάει;
Μα ναι, να η γραμματέας των μελισσών με τη λευκή ποδιά της,
Κουμπώνει τις μανσέτες στους καρπούς μου και το άνοιγμα
από το λαιμό μου μέχρι τα γόνατα.
Τώρα είμαι μεταξένιο γαλατόχορτο, οι μέλισσες δεν θα με προσέ-
ξουν.
Δεν θα μυρίσουν το φόβο μου, το φόβο μου, το φόβο μου.


Λοιπόν ποιος είναι ο εφημέριος, αυτός ο μαυροντυμένος;
Ποια είναι η μαμή, είναι αυτό το μπλε παλτό της;
Όλοι γνέφουν με τα τετράγωνα μαύρα κεφάλια τους, είναι ιπ-
πότες με προσωπεία,
Με τούλινους θώρακες ραμμένους κάτω απ’ τις μασχάλες.
Τα χαμόγελα και οι φωνές τους εναλλάσονται. Με οδηγούν
μέσα από ένα χωράφι φασολιές.


Λωρίδες αλουμινόχαρτου βλεφαρίζουν σαν άνθρωποι,
Φτερωτά ξεσκονιστήρια ανεμίζουν τα χέρια τους μέσα σε μια
θάλασσα ανθισμένων φασολιών,
Κρεμώδη άνθη με μαύρα μάτια και φύλλα σαν τρυπημένες
καρδιές.
Είναι κόμποι αίματος αυτά που ανατρέφουν οι κληματσίδες
πάνω στο σύρμα;
Όχι, όχι, είναι άλικα λουλούδια που μια μέρα θα γίνουν φα-
γώσιμα.


Τώρα μου δίνουν ένα μοδάτο καπέλο από άσπρη ιταλική ψάθα
Κι ένα μαύρο βέλο που καλουπώνει το πρόσωπό μου, με κά-
νουν μια απ’ αυτούς.
Με οδηγούν στο θερισμένο χωράφι, στον κύκλο των κυψελών.
Είναι το λευκάγκαθο που μυρίζει τόσο αρρωστημένα;
Το στείρο σώμα του λευκάγκαθου, που ποτίζει αιθέρα τα παι-
διά του.


Θα διεξαχθεί κάποια εγχείρηση;
Το χειρούργο περιμένουν οι γείτονές μου,
Αυτή την οπτασία με την πράσινη κάσκα,
Τα απαστράπτοντα γάντια και το λευκό κοστούμι;
΄Η μήπως το χασάπη, το μανάβη, το ταχυδρόμο, κάποιον που
ξέρω;


Δεν μπορώ να τρέξω, έχω ριζώσει, και το σπάρτο με πληγώνει
Με τις κίτρινές του κάψουλες, την ακάνθινη αρματωσιά του.
Δε θα μπορούσα να τρέξω χωρίς να πρέπει να τρέχω για πά-
ντα.
Η λευκή κυψέλη είναι παστρική σαν παρθένα,
Σφραγίζει τα κελιά της, το μέλι της, και σιγοτραγουδάει.

(...
...
...)

Είμαι εξαντλημένη, εξαντλημένη –
Κίονας λευκού σε μια συσκότηση μαχαιριών.
Είμαι το κορίτσι του μάγου που δεν δειλιάζει.
Οι χωρικοί απεκδύονται τις μεταμφιέσεις τους, δίνουν τα χέρια.
Ποιανού είναι εκείνο το μακρόστενο λευκό κουτί στο λιβάδι, τι
κατάφεραν, γιατί κρυώνω;




Sylvia Plath
Ποιήματα
(από τη Συλλογή «Ariel» 1965)
Μετάφραση:Κατερίνα και Ελένη Ηλιοπούλου
Εκδόσεις: Κέδρος
Photo:Jack Spencer
“Iris in Forest”



Και τι κατάλαβες που με πέταξες μέσα στο δάσος να με φάνε οι Λύκοι;
Είπε η Αλίκη στον Μάγο.
Κι ο Μάγος απάντησε:
(
                                    ) 

όμως
ψιθύρισε και... 

δεν 
τον άκουσε.
 

Προχώρα τώρα.
της είπε.
 

…και την επόμενη Στιγμή
το Κόκκινο
Άστραψε με Πόνο.
Έτρεξε από τα Μάτια της.
και Έσβησε.
Ήταν ξυπόλητη και ξύπνια.

Πια.
 

(…Και μετά.
Κάτι Έγινε.
και σώθηκε από Βέβαιο –προς το Παρόν βέβαια -
Θάνατο.
Αλλά αυτό
Είναι
μια Καινούργια

ιστορία.)

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011





I said to my soul, be still, and wait without hope
For hope would be hope for the wrong thing; wait without
love
For love would be love of the wrong thing; there is yet
faith
But the faith and the love and the hope are all in the wait-
ting.
Wait without thought, for you are not ready for thought:
So the darkness shall be the light, and the stillness the
Dancing.





(απόσπασμα από…)
“East Coker”
T.S.Eliot

Photo: Dan Estabrook
«Saltwater»

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011