Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Chaos is a god with no reflection



Έχω έναν εφιάλτη και φταίει ο Πεισίστρατος. Η ομίχλη πέφτει από έναν άγνωστο ουρανό κι όλα τα πράγματα είναι βουτηγμένα στην ομίχλη – βέβαια η ομίχλη είναι το πιο συνηθισμένο στους εφιάλτες. Τους εφιάλτες θα πρέπει να τους χωρίζουν σε δύο κατηγορίες: στη μιαν ανήκουν οι γνήσιοι, με το τρομαχτικό θέαμα και την διαρκώς αυξανόμενη αγωνία – με μιαν ένταση που όσο πάει κορυφώνεται και στο τέλος πετάγεσαι πάνω φωνάζοντας μικρές ακατάληπτες φράσεις με παράξενη φωνή. Οι άλλοι είναι μια ήρεμη σειρά από εικόνες ασήμαντες, καθημερινές – βλέπεις πρόσωπα γνωστά, φιλικά που σε κοιτάζουν με χαμόγελο ή σου δίνουν το χέρι. Όμως πίσω από τις μακάριες αυτές σκηνές αισθάνεσαι με μιαν αφύσικη καθαρότητα να στέκεται κάποια απίστευτη συμφορά που από στιγμή σε στιγμή την περιμένεις να φανεί, να’ ρθεί απότομα σαν βροντή ή σαν γκρέμισμα τοίχου. Διαισθάνεσαι δίπλα στις γαλήνιες μορφές μια φρίκη, που συνήθως δεν παίρνει μορφή, μιαν απειλή αόριστη. Ωστόσο εδώ δεν υπάρχει ένταση, όλα ξετυλίγονται σε χαμηλό τόνο, με μιαν ύπουλη ακαθοριστία. Γι’ αυτό τέτοιου είδους όνειρα που μπορεί να τα πει κανείς όνειρα με τον εφιαλτικό υπαινιγμό, έχουν αρκετό μάκρος. Ο δικός μου εφιάλτης έχει μια ξεχωριστή μορφή. Μπορεί και να μην είναι εφιάλτης.

Σκηνοθετώ επιδέξια τις φαντασίες μου ζώντας την απουσία της ζωής και μπορώ όχι μονάχα την πλοκή του ονείρου να πλάσω, μα και τις πιο ψιλές, τις έσχατες λεπτομέρειες να σκεφτώ. Τα γραφτά μου δεν θα τα εμπιστευτώ σε άλλον και θα τα κρατάω, θα τα χαίρομαι, θα τα εχθρεύομαι, δεν θα δώσω ποτέ στον εαυτό μου την συναίσθηση της αξίας του. Τον Πεισίστρατο και τις φαντασίες μου που είναι σχετικές με αυτόν ή και τις άλλες, τα λέω παραπανήσιες κινήσεις γιατί έχω στο νου μου την ιστορία κάποιου παλιού μεγάλου ηθοποιού. Ήταν ένας μεγάλος ηθοποιός κι έπαιζε κλασικό θέατρο Σαίξπηρ και Ρακίνα, κι είχε μεγάλη επιτυχία, όμως είχε μια παραξενιά. Αφού τέλειωνε η παράσταση και σβήναν τα φώτα κι έφευγε ο κόσμος όλος κι άδειαζε το θέατρο, ξανανέβαινε πάνω στη σκηνή και μονάχος τώρα χωρίς κανέναν θεατή ζωντάνευε το ίδιο το πρόσωπο που είχε στο έργο, όμως τη φορά αυτή το ζωντάνευε υπερβολικό και παράξενο, έλεγε τα λόγια του, που τα μπέρδευε και με δικά του λόγια, με ανάρμοστη φωνή και άγαρμπους μορφασμούς κι έκαμνε μεγάλες, φοβερές κινήσεις σα να σεληνιαζόταν και γενικά τον ίδιο τον ήρωα, που τον ζωντάνευε καταπώς έπρεπε νωρίτερα, τώρα τον ζωντάνευε με άλλον τρόπο, ασυνάρτητο κι έξαλλο. Όλα αυτά τα έλεγε παραπανήσιες κινήσεις και τα έκαμνε, λέει, γιατί του είχε μπει η έμμονη ιδέα πως το πλήθος παραμόνευε γεμάτο κακία και σαρκασμό μέσα στο σκοτάδι της αίθουσας, έτοιμο να τον κατασπαράξει στην παραμικρή κίνηση ή λέξη που θα ήταν έξω από τον ρόλο, στην παραμικρή παραπανήσια κίνηση που θα του ξέφευγε κι αυτό βέβαια ήταν παράλογο, γιατί αυτός ο ίδιος από την άλλη μεριά ήξερε καλά πόσο τον αγαπούσε και τον θαύμαζε το κοινό. Όμως δεν μπορούσε αλλιώς και του ερχόταν σαν τρέλλα κι όλο φοβόταν και με βία κι αγώνα κρατιόταν στο μέτρο του ρόλου την ώρα που έπαιζε. Γι’ αυτό ύστερα ανακουφιζόταν μ’ ένα σωρό παραπανήσιες κινήσεις και λέξεις κι έτσι ένιωθε ισορροπία και ξανάρχιζε τα ίδια το άλλο βράδυ.


Μια άλλη φορά ήταν νύχτα κι έφυγα από το σπίτι χτύπησα πίσω μου την πόρτα και πήρα τον κατήφορο τρέχοντας και τρίβοντας τους ώμους μου πάνω στους ανώμαλους τοίχους του στενού δρόμου. Βγήκα στην Τσιμισκή κι έτρεχα στο πλατύ πεζοδρόμιο ανάμεσα στους ανθρώπους γιατί ήταν τέτοια ώρα που όλος ο κόσμος κατεβαίνει και κάνει βόλτα στη Τσιμισκή κι έπεφτα πάνω στους ανθρώπους καθώς έτρεχα.Τα ρούχα μου ήταν ακατάστατα κι είχα μια ταραχή στην όψη μου (μέσα μου δεν είχα τίποτα) κι ο ιδρώτας στίλβωνε τη φάτσα μου έτσι είδα σ’ έναν καθρέφτη από εκείνους που είναι μαζί κι επιγραφή έξω από τις πόρτες των μαγαζιών. Έπιανα με την άκρια του ματιού τους ανθρώπους να σταματούν και να με κοιτάζουν και να λένε κάτι – χωμένος μέσα στο πλήθος ελισσόμουν βιαστικός και με τη ψυχή στο στόμα κι ο κόσμος τραβιόταν συγχυσμένος κι είχα αποφασίσει άμα κανένας με σταματούσε και ρωτούσε τι τρέχω και τι μου συμβαίνει είχα αποφασίσει να έλεγα μια λέξη τρομερή. Όμως τέλειωσα τον δρόμο και δεν βρήκα την λέξη κι ούτε κανείς με ρώτησε. Ύστερα γύρισα κομμένος από την κούραση γιατί βέβαια δεν είναι μικρό πράγμα να κάνεις τόσο δρόμο τρέχοντας.



ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΣ
Γιώργος Χειμωνάς
Πεζογραφήματα
Εκδόσεις: Καστανιώτη

Photo: Lauren E. Simonutti
“Chaos is a god with no reflection”

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011



Έμαθα χτες,
(φαίνεται ότι έφτασα καθυστερημένος, ή μπορεί και να είναι μια οποιαδήποτε φήμη, μια από κείνες τις βρώμικες φλυαρίες που διαδίδονται στα πλυσταριά και στα αποχωρητήρια όταν αδειάζονται τα μαστέλα του φαγητού που καταβροχθίστηκε για μια ακόμη φορά),
έμαθα χτες λοιπόν,
μια από τις πιο εντυπωσιακές επίσημες μεθόδους των δημοσίων αμερικάνικων σχολείων που συμβάλλει αναμφίβολα στο να θεωρείται αυτή η χώρα η πρωτοπορία της προόδου.
Φαίνεται πως μεταξύ των εξετάσεων και των δοκιμασιών που υφίσταται ένα παιδί που μπαίνει για πρώτη φορά σε δημόσιο σχολείο, είναι και η δοκιμασία η λεγόμενη του σπερματικού υγρού ή του σπέρματος
και που συνίσταται στο να ζητήσουν απ’ αυτόν τον καινούργιο μαθητή λίγο από το σπέρμα του για να το βάλουν σε μια φιάλη και μ’ αυτό τον τρόπο να το διατηρήσουν έτοιμο για όλα τα πειράματα τεχνητής γονιμοποίησης που θα μπορούσαν να επιχειρήσουν.
Γιατί οι Αμερικάνοι όλο και περισσότερο ανακαλύπτουν πως τους λείπουν χέρια και παιδιά,
όχι εργάτες δηλαδή,
αλλά στρατιώτες,
και θέλουν πάσει θυσία και με οποιοδήποτε κόστος να κατασκευάσουν στρατιώτες
εν όψει όλων των διαπλανητικών πολέμων που θα μπορούσαν να γίνουν στο μέλλον,
και που θα είναι προορισμένοι να ¨αποδείξουν¨- μέσα από τις συντριπτικές αρετές της δύναμης
την υπεροχή των αμερικάνικων προϊόντων, και των καρπών του αμερικάνικου ιδρώτα σ’ όλα τα πεδία της δυνατής δραστηριότητας και του δυναμισμού της δύναμης.
Γιατί είναι ανάγκη να παράγουν,
πρέπει μ’ όλα τα μέσα των πιθανών δραστηριοτήτων να αντικατασταθεί η φύση οπουδήποτε μπορεί να
αντικατασταθεί,
πρέπει να βρουν στην ανθρώπινη αδράνεια ένα μεγαλύτερο πεδίο απασχόλησης,
πρέπει ο εργάτης να έχει με τι να καταπιαστεί,
πρέπει να δημιουργηθούν καινούργιες δραστηριότητες, και επιτέλους να επέλθει η βασιλεία όλων αυτών των κάλπικων κατασκευασμένων προϊόντων, όλων αυτών των ευτελών συνθετικών υποκατάστατων
με τα οποία δεν έχει τίποτα να κάνει η όμορφη αληθινή φύση,
που πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της μια για πάντα και ντροπαλά σ’ όλα τα θριαμβευτικά προϊόντα της
νοθείας,
όπου το σπέρμα όλων των εργοστασίων της τεχνητής γονιμοποίησης
θα βρει επιτέλους
που να χρησιμοποιηθεί.
Όχι πια φρούτα, δέντρα, όσπρια, φαρμακευτικά φυτά, και κατά συνέπεια, όχι πια τροφές
αλλά συνθετικά προϊόντα μέχρι σκασμού,
μέσα στους ατμούς,
μέσα στις ιδιάζουσες διαθέσεις της ατμόσφαιρας, στους ειδικούς άξονες των ατμοσφαιρών των βγαλμένων με το ζόρι, που έχουν για σύνθεση τις αντιστάσεις μιας φύσης που ο πόλεμος και από τον πόλεμο δεν γνώρισε άλλο από τον φόβο.
Ζήτω ο πόλεμος λοιπόν, έτσι δεν είναι;
Γιατί ο πόλεμος είναι αυτό που οι Αμερικάνοι ετοίμασαν και ετοιμάζουν μέρα με την μέρα.
Για να υποστηρίξουν αυτή την ανούσια διαμόρφωση απ’ όλους εκείνους τους ανταγωνισμούς που δεν θα λείψουν να
εμφανιστούν από παντού,
χρειάζονται στρατιώτες, στρατοί, αεροπλάνα, τεθωρακισμένα.
Εξ’ ου και όλο αυτό το σπέρμα,
το οποίο η αμερικάνική κυβέρνηση είχε την ξετσιπωσιά να σκαρφιστεί.
Γιατί υπάρχει παραπάνω απ’ ένας εχθρός
αγαπητέ μου,
εμείς, οι καπιταλιστές,
και ανάμεσα σ’ αυτούς τους εχθρούς,
η Ρωσία του Στάλιν
που δεν έχει βέβαια έλλειψη από οπλισμένα χέρια.
Όλα αυτά είναι θαυμάσια,
δεν είχα όμως τους Αμερικάνους για πολεμοχαρείς.
Για να χτυπήσεις όμως πρέπει να χτυπηθείς,
και ίσως να είδα πολλούς Αμερικάνους στον πόλεμο
αλλά είχαν πάντα μπροστά τους στρατιές ολόκληρες
από τανκς, αεροπλάνα, τεθωρακισμένα
που τους χρησίμευαν για ασπίδες.
Είδα πολλές φορές τους Αμερικάνους και τις μηχανές τους να μάχονται.
Είδα πολλές φορές τις μηχανές να μάχονται
αλλά τους άνδρες που τα οδηγούσαν
τους είδα τραβηγμένους
στα μετόπισθεν.
Μπρος σ’ ένα λαό που ταΐζει τ’ άλογά του, τα βόδια του και τα γαϊδούρια του με τους τελευταίους τόνους αληθινής μορφίνης που του μένουν ακόμα πριν την αντικαταστήσει με τα υποπροϊόντα του καπνού,
προτιμώ τον λαό που τρώει την ίδια του τη γη, την γη όπου γεννήθηκε,
μιλώ για τους Ταραχουμάρα
που τρώνε το Πεγιότ από την ίδια τη γη
ενώ γεννιέται,
και που σκοτώνει τον ήλιο για ν’ ανακηρύξει το βασίλειο της μαύρης νύχτας,
και σπάει τους σταυρούς των χώρων ώστε οι χώροι του διαστήματος να μην μπορούν πια να συναντηθούν ούτε να διασταυρωθούν.


«Για να τελειώνουμε
Με την υπόθεση
Του Θεού»
Αντονέν Αρτώ

Μετάφραση: Λυδία Κουβάτσου
Εκδόσεις: Αιγόκερως (1987)

Photo: Keith Karter (2005)- Darwin’s Dream

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Bleed




Το αίμα ανθίζει καθαρό

Μέσα σου ρουμπινί.
Ο πόνος
που εντός του ξυπνάς δεν είναι δικός σου.

Αγάπη μου, αγάπη μου,
Στόλισα τη σπηλιά μας με ρόδα,
Με μαλακά κιλίμια –

Τα τελευταία βικτοριανά.
Άσε τα’ αστέρια
Να κατακρημνίζονται στο σκοτεινό προορισμό τους,

Άσε τα άτομα
Του υδραργύρου που τραυματίζουν να στάξουν
Μέσα στο φρικτό πηγάδι,

Εσύ είσαι ο μοναδικός
Ακλόνητος, επάνω σου ακουμπά το σύμπαν φθονερό.
Εσύ είσαι το μωρό στη φάτνη.



¨Ο Νικ και το κηροπήγιο¨
Sylvia Plath
Ποιήματα
Μετάφραση: Κατερίνα και Ελένη Ηλιοπούλου
Εκδόσεις: Κέδρος

Photo: Bleed (2005) Dan Estabrook

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Τη νύχτα όμως...




Τη νύχτα όμως, μέσα στον ύπνο τους,
χτυπούν με τη γροθιά το στήθος τους ώσπου να το μα-
τώσουν
γιατί το αμφίστομο όνειρο τους ψυθυρίζει στο πο-
νεμένο σημείο του μυαλού
πως το πρωί, όταν ξυπνήσουν, πάλι θα βρουν
το ένα πόδι τους κομμένο σύρριζα με το πριόνι
και πεταμένο κάτω από το κρεβάτι.
Ανελέητο όνειρο. Ανελέητο σαν την ουσία όλων
των ονείρων
και σαν τη μεγάλη απουσία.




Να δουν τη αδυναμία του χεριού ν’ αγγίξει ένα
άλλο χέρι
που τίποτε στον κόσμο δεν έχει πιο κοντά του,
τον εφιάλτη που φυτρώνει σα δέντρο ενοράσεως
στη γυμνή κοιλάδα των δακρύων της ζωής μας,
το σάπισμα του σώματος, το σώπασμα της μουσι-
κής, τη διάψευση της ελπίδας,
το νύχτωμα της ομορφιάς, το θρίαμβο της από-
τυχίας,
το τέλος των πύρινων επικλήσεων του έρωτα,
την καταξίωση της υπεροψίας,
την επικράτηση της υπεροψίας,
την επικράτηση του αίσχους, την ενθρόνιση του
αίσχους,
τη βασιλική στέψη του αίσχους
μ’ αληθινή πορφύρα και δάφνινο στεφάνι
από ατόφιο χρυσάφι και κάθετο φως,
περίπλοκο νεφρίτη γύρω από το λαιμό και ζώνη
από κραυγές αξεδιάλυτων θηρίων,
και τη σιωπή των διαστημικών εκτάσεων που μας
προσμένουν






Αυτό το πρόσωπο που διασύρεται μέσα στα σεν-
τόνια του,
δεν το χάιδεψε κανένα όνειρο,
ο ύπνος έρχεται σαν συντέλεια για ν’ αποτελειώσει
τον διασυρμό
που άρχισε το φως της γης.
Αυτό είναι το τέλος. Το τέλος έτσι έρχεται.
Κι όταν φτάνει τίποτα δεν το φτάνει.
Η απέραντη κούραση,
το μαρτύριο των εμφανίσεων της σάρκας μέσα στο
μαρτύριο της οράσεως,
οι παθήσεις της αφής,
μια ήπειρος γέρνει και αδειάζει σύσσωμη
μες στο προαιώνιο έλεος της απόλυτης εξουσίας
των πάγων.




(αποσπάσματα - σκόρπια -)

Δημήτρης Δημητριάδης
ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ 1-4
εκδόσεις Άγρα

photo Schielte & Portielje