Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Ο ένας τον άλλον



Περίμενα στη στάση του λεωφορείου. Αργούσε. Γίνονταν όλο και περισσότεροι αυτοί που περίμεναν. Μίσος για το λεωφορείο, μίσος για κείνους που περίμεναν και γίνονταν όλο και περισσότεροι. Μίσος για όλα γύρω μου. Ήμουν τόσο απορροφημένος απ’ αυτό το μίσος ώστε σχεδόν δεν αισθανόμουν παρά μόνον μίσος, και την ανάγκη να ξεσπάσω πάνω σε κάτι, σε κάποιον, κάποιον να χτυπήσω, να τον χτυπήσω μέχρι που να τον σκοτώσω. Περιμένοντας το λεωφορείο. Αργούσε. Και γίνονταν όλο και περισσότεροι οι άλλοι που περίμεναν, πλήθος ανέκφραστο, πλήθος ανυπόμονο αλλά ανέκφραστο, πλήθος παθητικό, όλο και πιο πυκνό. Και περιμένοντας, ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω πως, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω πότε ακριβώς, αισθάνθηκα να με κοιτάζουν(*) Με κοίταζαν από πίσω. Είχα ακούσει πως γίνεται να σε κοιτάζουν από πίσω ή από κάπου κι εσύ να το καταλαβαίνεις προτού βεβαιωθείς ποιος είν’  αυτός που σε κοιτάζει, αλλά ποτέ δεν με είχαν κοιτάξει έτσι, ποτέ δεν το είχα αισθανθεί. Το αισθάνθηκα και γύρισα να κοιτάξω ποιος με κοίταζε, πιο πολύ όμως για να βεβαιωθώ πως είχα αισθανθεί και όχι πως νόμισα πως είχα αισθανθεί. Με κοίταζαν δύο μάτια. Είχα αισθανθεί. Με κοίταζαν δυο μάτια όπως ποτέ δυο μάτια δεν με κοίταξαν όπως με κοίταζαν εκείνα τα μάτια. Κοιτάζοντας τα τα μάτια μου χάθηκαν μέσα σε κείνα τα μάτια. Χωρίς να κάνω καμία σκέψη, καμία προσπάθεια, άφησα τα μάτια μου να τ’ απορροφήσουν εκείνα τα μάτια που με κοίταζαν όπως δεν με είχαν κοιτάξει ποτέ άλλοτε μάτια. Έχετε μπει ποτέ σε μάτια; Σας έχουν τραβήξει ποτέ μάτια μέσα στα μάτια που σας κοιτάζουν για να σας τραβήξουν μέσα τους, να σας πάρουν μέσα τους, να σας κρατήσουν μέσα τους και να μη σας αφήσουν να βγείτε ξανά από μέσα τους; Έχετε χαθεί ποτέ μέσα σε μάτια; Έτσι με κοίταζαν εκείνα τα μάτια. Όχι σαν, ήθελαν πραγματικά να με πάρουν μέσα τους, να με τραβήξουν εξ’ ολοκλήρου από έξω και να με πάρουν εξ’ ολοκλήρου μέσα. Δεν υπήρχε πια το έξω. Υπήρχε μόνο το μέσα που με τραβούσε και με τραβούσε μέσα του, κι εγώ αφέθηκα να με πάρει μέσα του, κοίταξα τα μάτια για να με πάρουν μέσα τους. Κοιταζόμασταν. Πως κοιταζόμασταν. Κοιταζόμασταν σαν να μην υπήρχε στον κόσμο παρά μόνον ο τρόπος με τον οποίον κοιτάζονται δυο ζευγάρια μάτια όταν θέλουν να αλληλοπαρθούν  με το αμοιβαίο βλέμμα. Ανεπαίσθητα είχαμε αρχίσει να προχωρούμε ο ένας προς τον άλλον. Προχωρούσαμε συγχρόνως με τα μάτια του ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου, απορροφημένοι ο καθένας από το βλέμμα του άλλου. Όταν φτάσαμε πολύ κοντά, με τα πρόσωπά μας σχεδόν κολλημένα, αγκαλιαστήκαμε, μετά φιληθήκαμε. Πως φιλιόμασταν. Ατελείωτο φιλί. Ο ένας ρούφηξε τα χείλια του άλλου με τον ίδιο τρόπο που το βλέμμα του ενός ρουφούσε το βλέμμα του άλλου. Φιλιόμασταν. Σαν να μην υπήρχε στον κόσμο παρά μόνον εκείνο το φιλί, σαν να μην υπήρχαν στον κόσμο παρά μόνον τα χείλια μας που ρουφούσαν χείλια. Ατελείωτα. Ο ένας μέσα στην αγκαλιά του άλλου. Βυθισμένοι στο φιλί μας. Γύρω μας δεν ξέραμε, δεν βλέπαμε, δεν καταλαβαίναμε τι γινόταν. Γινόταν κάτι αλλά δεν ξέραμε τι. Δεν θέλαμε να ξέρουμε. Ούτε καν δεν θέλαμε. Ό,τι κι αν γινόταν δεν υπήρχε. Ό,τι κι αν υπήρχε δεν υπήρχε. Ξαφνικά τραβηχτήκαμε, κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλον, και με γρήγορες κινήσεις, ανυπόμονες κινήσεις, με κινήσεις όλο και πιο γρήγορες, όλο και πιο ανυπόμονες, αρχίσαμε να βγάζουμε τα ρούχα μας, ο καθένας τα δικά του και τα ρούχα του άλλου, γδύναμε ο ένας τον άλλον με κινήσεις όλο και πιο γρήγορες, όλο και πιο ανυπόμονες, ώσπου μείναμε γυμνοί. Γυμνοί. Γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλον. Αγκαλιαστήκαμε ξανά. Φιληθήκαμε ξανά. Ξανά. Ξανά και ξανά και ξανά. Τα σώματά μας τυλίχτηκαν το ένα στο άλλο με χάδια. Τα χέρια μας χάιδευαν παντού. Παντού. Ξανά και ξανά. Και γείραμε στο πεζοδρόμιο. Γείραμε αγκαλιασμένοι στο πεζοδρόμιο, τα σώματά μας τυλιγμένα το ένα στο άλλο. Αγκαλιασμένοι. Και φιλιόμασταν. Πως φιλιόμασταν. Ξανά και ξανά. Χαϊδεύοντας. Ο ένας τον άλλον. Εκεί. Στο πεζοδρόμιο. Τα σώματά μας αγκαλιασμένα, τυλιγμένα, χαϊδεμένα, τόσο πολύ φιλημένα, ξανά και ξανά, ενώθηκαν, βυθίστηκαν όπως τα βλέμματά μας το ένα μέσα στο άλλο, ενώθηκαν, χάθηκαν το ένα μέσα στο άλλο, όπως τα χείλια μας, όπως τα μάτια μας. Εκεί. Μπροστά σε όλους. Και δεν υπήρχε κανείς.




ΛΗΘΗ
Δημήτρης Δημητριάδης
εκδόσεις Σαιξπηρικόν



photo Miroslav Tichy

(*)clair de lune Debussy
http://www.youtube.com/watch?v=s2XzoA94Zws&feature=player_detailpage