Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

τα κύμματα



...

Νιώθω και πάλι την αντανάκλαση στο παράθυρο του τούνελ∙ ζωντανεύει. Καθώς σκύβω μπροστά, οι μαυρόασπρες φιγούρες των άγνωστων αντρών με κοιτάζουν∙ καθώς γυρίζω για δω έναν πίνακα, γυρίζουν κι αυτοί. Το χέρι τους πάει νευρικά στη γραβάτα τους. Πασπατεύουν το γιλέκο τους, το μαντίλι στο τσεπάκι τους. Είναι νέοι πολύ. Θέλουν να κάνουν καλή εντύπωση. Νιώθω να ξεπηδούν από μέσα μου χίλια ταλέντα. Είμαι τσαχπίνα, είμαι ζωηρή, είμαι αδιάφορη, μελαγχολική. Με κρατούν ρίζες, αλλά κυλάω. Ολόχρυση, κυλάω κατά κει, λέω σε τούτον:«Έλα». Σκοτεινή, κυματίζω, λέω σε κείνον «Όχι». Κάποιος αφήνει το πόστο του κάτω απ’ το σκρίνιο. Πλησιάζει. Έρχεται προς το μέρος μου. Αυτή είναι η πιο έντονη στιγμή που έχω ζήσει. Φτερουγίζω. Κυματίζω. Κυλάω σαν ένα φυτό στο ποτάμι, πάω καταδώ, πάω κατακεί, αλλά ριζωμένη, ακούνητη, για να μπορέσει να’ ρθει σε μένα. «Έλα», λέω, «έλα». Χλωμός, με μαύρα μαλλιά, αυτός που έρχεται είναι ρομαντικός, μελαχγολικός. Κι εγώ είμαι ζωηρή, αβίαστη, ιδιότροπη∙ γιατί αυτός είναι μελαχγολικός, ρομαντικός. Ήρθε∙ στέκεται δίπλά μου.
»Τώρα, μ’ ένα σείσμα, σαν πεταλίδα που ξεκολλάει απ’ το βράχο, αποσπώμαι∙ πέφτω μαζί του∙ απάγομαι. Παραδινόμαστε σ’ αυτό το σιγανό ρέμα, το διστακτικό τούτο βαλς. Χτυπάει πάνω, σπάζει. Τώρα μας παρασύρει αυτή η μεγάλη φιγούρα∙ μας κρατάει μαζί∙ δεν μπορούμε να βγούμε έξω απ’ τα ελικοειδή, διστακτικά, αλλ’ απότομα, κυκλοτερή τείχη της. Τα σώματά μας – το δικό του σκληρό, το δικό μου ευλίγιστο – σφίγγονται μαζί στο δικό της σώμα∙ μας κρατάει μαζί∙ και μετά, πάιρνοντας μήκος, ξεδιπλώνει πολύπλοκες πτυχές, όπου μας στροβιλίζει συνεχώς. Ξαφνικά η μουσική σταματάει. Το αίμα μου συνεχίζει να τρέχει, αλλά το σώμα μου στέκεται ακίνητο. Το σαλόνι γυρίζει μπροστά μου. Έπειτα σταματάει.
Έλα, λοιπόν, ας πάμε, χορεύοντας ακόμη, σε κείνες τις χρυσές καρέκλες. Το σώμα είναι δυνατότερο απ’ ότι πίστευα. Είμαι πιο ζαλισμένη απ’ όσο νόμιζα. Δεν, μ’ ενδιαφέρει τίποτα. Δεν με νοιάζει κανένας, εκτός από τούτο τον άντρα που δεν ξέρω ούτε καν τ΄ όνομά του. Έχουμε την έγκρισή σου, φεγγάρι μου; Δεν είμαστε χαριτωμένοι, έτσι που καθόμαστε, εγώ στο σατέν, αυτός στα μαυρόασπρα; Τώρα μπορούν να με κοιτάξουν αυτοί που είναι ίσοι μου. Σας κοιτάζω κι εγώ κατάματα, άντρες και γυναίκες. Είμαι μια από σας. Αυτός ειν’ ο κόσμος μου. Τώρα παίρνω τούτο το ποτήρι με το λεπτό πόδι και πίνω. Το κρασί είναι δριμύ, δυνατό. Δεν μπορώ ν’ αποφύγω ένα μορφασμό καθώς πίνω. Άνθη και αρώματα, λάμψη και φλόγα, αποστάζονται εδώ σ’ ένα πύρινο κίτρινο υγρό. Ακριβώς ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου, ένα πράγμα στεγνό, κλείνει σιγά σιγά τα ολάνοιχτα μάτια του, βυθίζεται στον ύπνο, αποκαρώνει. Αυτό είναι η έκσταση∙ το χαλάρωμα. Η μπάρα βαθιά στο λαιμό μου σηκώνεται. Λέξεις μαζεύονται, συνωστίζονται και σπρώχνονται μπροστά, η μια πάνω απ’ την άλλη. Δεν έχει σημασία ποιές. Σκουντιώνται, σκαρφαλώνουν η μια πάνω στην άλλη. Οι μόνες και μοναχικές ζευγαρώνουν, κυλιώνται, γίνονται πολλές. Δεν έχει σημασία τι λέω. Στριμωγμένη, σαν πουλί που φτεροκοπάει, μια φράση ξεφεύγει, διασχίζει τον άδειο χώρο ανάμεσά μας. Κάθεται στα χείλη του. Γεμίζω ξανά το ποτήρι μου. Πίνω. Το πέπλο ανάμεσά μας πέφτει. Έγινα δεκτή στο θερμό, ιδιωτικό χώρο μιας άλλης ψυχής. Είμαστε μαζί, ψηλά, σ’ ένα πέρασμα στις Άλπεις. Αυτός στέκεται μελαγχολικός στην άκρη του δρόμου. Σκύβω. Κόβω ένα γαλάζιο λουλούδι, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και του το βάζω στο πέτο. Αυτό! Αυτό είναι η στιγμή της έκστασης.




Virginia Woolf
« The Waves», 1931

μετάφραση: Άρης Μπερλής
εκδόσεις: Κρύσταλλο 1986

photo: Jason Langer

Δεν υπάρχουν σχόλια: