Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

νυχτερινά…



ο κρότος της πόρτας που κλείνει την βρήκε ακριβώς να τραβάει την κουρτίνα του μπάνιου έστρεψε προς την κατεύθυνση του ήχου ασυναίσθητα το κεφάλι ξαναγύρισε τράβηξε απ’ το πιαστράκι την πετσέτα και άρχισε να σκουπίζεται πάει κι αυτός σκέφτηκε σκουπίστηκε εξονυχιστικά τα πόδια πρώτα ένα ένα λυγισμένα στης μπανιέρας τη βάση το στήθος την πλάτη μετά δευτερόλεπτα αρκετά την ευαίσθητη περιοχή άνοιξε έξω και περπάτησε ελεύθερη μέχρι την βρύση στην κουζίνα γυμνή τα πέλματα της ξυπόλητη ακούγονται στα πλακάκια αφήνουν σημάδια που εξατμίζοντ’ εφήμερα κινήθηκε αθόρυβα δίχως φως μόνη αυτή σαν αερικό στο σκοτάδι να λαμπυρίζει η γύμνια της μες τα νοικιασμένα δωμάτια σαν την παλάμη της τόσα χρόνια οι τοίχοι γλιστράνε κι απομακρύνονται μόνοι τους τις νύχτες σαν την αισθάνονται να εγείρεται ανατριχιάζοντας απαλά απ’ την απότομη ψύχρα να σβήσει την δίψα της γύρισε στο δωμάτιο με μια πλακωμένη καρδιά διάθεση βαριά από εκείνες τις δυσάρεστες φορές που ο οργασμός αφήνει μια επίγευση δυσάρεστη στη ψυχή βαρυθυμία ένα συναίσθημα ανολοκλήρωτο πέταξε από πάνω της την πετσέτα κι έμεινε απελευθερωμένη τελείως γυμνή με κάποιο απροσδιόριστο συναίσθημα μελαγχολίας να βαραίνει το στήθος της ...
ανατρίχιασε ελαφρά πίεσε το μυαλό της ν’ αλλάξει κατεύθυνση θα μπορούσα ίσως και να το πάρω απόφαση αυτό θα έκανε πιο εύκολα τα πράγματα θα σταματούσα τουλάχιστον να ελπίζω η διάψευση της ελπίδας αυτό είναι το πλέον αβάσταχτο ένα μαρτύριο που σε κατατρώγει βαθμηδόν πέρα για πέρα φριχτό και τι ζωή θα ήταν απ’ την άλλη δίχως ελπίδα κι αυτή αφυδατωμένη ζωή πάντως τουλάχιστον δεν θα χρειαζόταν να εφευρίσκω δικαιολογίες μια δήθεν απελευθέρωση να παρουσιάσω ένα πρόσωπο άλλο αλλά σε ποιόν και γιατί ποιόν να κοροϊδέψεις τουλάχιστον αξιοπρεπής μέσα στη δυστυχία να στέκεσαι όρθια γιατί υπάρχει πολλή δυστυχία στον κόσμο μοναξιά πολλή και δυστυχία στον κόσμο οι άνθρωποι περιφέρονται ψάχνοντας εναγώνια κάτι νομίζοντας πως πρέπει μόνο ν’ απολαμβάνουν δίχως τίποτε ποτέ να θυσιάζουν τώρα στις πολιτείες τις νύχτες μια μαύρη σιωπή κάτω από τους στύλους ηλεκτροδοτήσεως χιλιάδες απατημένες καρδιές μέμφονται τη μιζέρια τους όλα είναι τόσο ανόητα τόσο βλακωδώς ανυπόφορα θυμήθηκε ...


Ζ. Δ. Αϊναλής
«Αποσπάσματα»
Το Κορίτσι Που Του Άρεσε Να Διηγείται Βρώμικες Ιστορίες
Εκδόσεις: Γαβριηλίδης

photo: Joy Goldkind - adagio

http://www.youtube.com/watch?v=7GgXqIf9h4s
(Μiles Davis - Kind of Blue)

Δεν υπάρχουν σχόλια: