Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Λόλα Γατόνη





Η Λατρεμένη Mademoiselle Λόλα Γατόνη!



...αν ήμουν γάτα 
θα ήμουν εσύ
γι' αυτό σε λατρεύω
σαν να' σαι εγώ...




photo: σοφία / through my eyes

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

horses in my dreams




PJ Harvey "Horses In My Dreams"
album "Stories from the City, Stories from the Sea" 2000


Horses in my dreams / Like waves, like the sea
They pull out of here / They pull, they are free

Rode a horse around the world / Along the tracks of a train
Broke the record, found the gold / Set myself free again

I have pulled myself clear

Horses in my dreams/ Like waves, like the sea
On the tracks of a train / Set myself free again

I have pulled myself clear


Τρίτη 2 Απριλίου 2013

2g4r2e0a1t3



life/ like carousel dizzy happy endless
just for an endless moment
and then
again and again and again/
 

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

χωρίς.

19.50
παρασκευή
1
μαρτίου
2013















19.50 παρασκευή 1 μαρτίου 2013











I' ve seen things
you people wouldn΄t believe
... 
all those
moments
will be lost
in time...
like tears
in the rain.

time to die.




(Blade Runner - η ταινία) 




Au revoir... mon pere... sous un ciel bleu et clair...

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013


Αλέξης Ακριθάκης






"Εδώ είναι τόπος αποξένωσης
ο χρόνος πριν και ο χρόνος μετά
σε φως αμυδρό...

...ανθρωποι και κουρελόχαρτα,
      στροβιλισμένα στον παγωμένο άνεμο
που φυσάει πριν και μετά τον χρόνο,
άνεμος που μπαινοβγαίνει σε αρρωστημένα πνευμόνια
ο χρόνος πριν και ο χρόνος μετά."







Τ.Σ. Έλιοτ
ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ
Burnt Norton

μετάφραση Χάρης Βλαβιανός
εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

η πείνα



Και τώρα πεινούσα, ένιωθα τα’ άντερά μου να στριφογυρίζουνε μέσα στην κοιλιά σα φίδια, και το πρόβλεπα δεν ήτανε γραφτό να δω φαϊ εκείνη τη μέρα. Κι όσο περνούσε ο καιρός αισθανόμουν πως έχανα τις δυνάμεις μου, εξασθενούσα σωματικά και ηθικά, κάθε μέρα και κατερχόμουνα σε ταπεινότερες πράξεις, όσο πήγαινε και λιγότερο τίμιες. Με τη μέθοδο της ψεφτιάς κατάφερνα να κοροϊδεύω τον κοσμάκη, να μην πληρώνω το νοίκι μου, ή αναγκαζόμουνα να παλεύω με τις πιο πρόστυχες διαθέσεις. Διανοούμουν να πουλήσω μια κουβέρτα ξένη, κι όλα αυτά χωρίς την παραμικρότερη τύψη, χωρίς καθόλου να ταραχτεί η κυρία συνείδησή μου. Η ψυχή μου σάπιζε, ήτανε κάτι μέσα μου κάτι σα μαύρη μούχλα. Και ο Θεός από ψηλά, ο οφθαλμός του Θεού, με παρακολουθούσε άγρυπνα, κι έβλεπε πως η κατάπτωσή μου, η καταστροφή μου γινότανε με όλους τους κανόνες της τέχνης, αδιάκοπη, μονότονη, αργή. Στις αβύσσους όμως της κόλασης παραμόνευαν οι δαιμόνοι και δεν βλέπανε την ώρα πότε θα κάνω κανένα μεγάλο σφάλμα, καμιάν αμαρτία ασυγχώρετη, για να με γκρεμίσει στα τάρταρα εν τη δικαιωσύνη του Θεού…
Εβίασα το περπάτημά μου, πήγαινα όλο και γρηγορότερα, γύρισα ξαφνικά αριστερά κι έφθασα οργισμένος κι ερεθισμένος σε μια πολυτελέστατη σκαλιστή είσοδο∙ δεν κοτντοστάθηκα καθόλου, δεν αργοπόρησα ούτε δευτερόλεπτο, κι όμως μου εντυπώθηκε ευθύς όλος εκείνος ο περίεργος ρυθμός αυτής της εισόδου, τα περίεργα σκαλίσματα, τα στολίδι τα, οι πλάκες, όλα μου’ μειναν στο μυαλό καθώς πηδούσα τις σκάλες. Χτύπησα δυνατά το κουδούνι στο δεύτερο πάτωμα. Για ποιο λόγο να σταθώ ίσα ίσα στο δεύτερο πάτωμα; Και για ποιο λόγο να τραβήξω εκείνο ακριβώς το κουδούνι που ήτανε κείθε, μέσ’ απ’ τη σκάλα;

Ήρθε μια νέα κυρία και μου άνοιξε∙ φορούσε ένα σταχτί φόρεμα γαρνιρισμένο με μαύρο. Με κοίταξε μια στιγμή σαστισμένη, έπειτα κούνησε το κεφάλι τα και μου’ πε:

-Δεν έχουμε τίποτα σήμερα. Κι έκαμε να κλείσει.

Για ποιο λόγο με δεχότανε έτσι από την πρώτη στιγμή αυτό το πρόσωπο; Μ’ έπαιρνε αδίσταχτα για ζητιάνο! Αυτό  μ’ έκανε να συνεφέρω. Έβγαλα το καπέλο μου, είχα ακούσει καλά αυτό που μου ‘χε πει, και της είπα με τη μεγαλύτερη ευγένεια:

-Σας ζητώ συγνώμη, δεσποινίς, που χτύπησα τόσο δυνατά, δε γνώριζα το κουδούνι. Εδώ θα κάθεται ένας κύριος, άρρωστος, που δημοσίεψε στις εφημερίδες ότι ζητάει έναν άνθρωπο για να το σπρώχνει με το καροτσάκι του;

Συλλογίστηκε λιγάκι σ’ αυτά μου τα λόγια ζητώντας να σχηματίσει ιδέα για το υποκείμενό μου.

-Όχι, είπε επιτέλους, όχι, δεν κάθεται κανείς άρρωστος εδώ.

-Όχι; Ένας γέρος κύριος, δύο ώρες καροτσάκι την ημέρα, σαράντα λεφτά την ώρα;

-Όχι.

-Άλλη μια φορά σας ζητώ συγνώμη, δεσποινίς∙ ο κύριος που ζητώ ίσως κάθεται στο πρώτο. Ήθελα να του συστήσω έναν άνθρωπο που ξέρω και που με ενδιαφέρει. Ονομάζομαι Βέντελ Γιάρλεσπεργκ. – Υποκλίθηκα ξανά και τράβηξα. Η νέα είχε γίνει κατακόκκινη, τόση ήτανε η σύγχυσή της με το αριστοκρατικό όνομα που είχε ακούσει ώστε έμεινε εκεί, καρφομένη στη θέση της, και με κοίταζε καλά καλά καθώς κατέβαινα τις σκάλες.

Είχα ξαναβρεί την ηρεμία μου, και το μυαλό μου ήτανε λαγαρό. Τα λόγια εκείνα της κυρίας, πως δεν είχε να μου δώσει τίποτα σήμερα, ενεργήσανε στα νεύρα μου σαν ψυχρολουσία. Έτσι είχα καταντήσει , καθένας μπορούσε να λέει βλέποντας με :Να εκεί ένας διακονιάρης, ένας απ’ αυτούς που χορταίνουνε παραστέκοντας απόξω απ’ τις πόρτες του κόσμου.

Στάθηκα μπροστά σε μια ταβέρνα και μυριζόμουνα τη μυρωδιά από τα κρέατα που ψήνανε μέσα. Είχα πιάσει κιόλας το πόμολο, έτοιμος να μπω. Ήρθα όμως αμέσως στα συγκαλά μου κι απομακρύθηκα.

Στη Μεγάλη Πλατεία ζήτησα καμιά γωνιά που να καθήσω να ξεκουραστώ λίγο∙ όλα τα παγκάκια ήτανε πιασμένα, ανώφελα έκαμα το γύρο της εκκλησίας. Φυσικά, έλεγα πικραμένος από μέσα μου. Ξανάβαλα μπροστά το δρόμο, πήγα σε μια βρύση κ’ ήπια μια γουλιά νερό. Για να ξαποσταίνω σταματούσα μπρος σε κάθε μαγαζί που απαντούσα. Όταν περνούσε κανένα αμάξι στεκόμουνα και το παρακολουθούσα με τα μάτια. Το κεφάλι μου έβγαινε φωτιές και τα μηνίγγια μου πηγαίνανε να κρεπάρουν∙ το νερό που είχα πιεί μου’ χε κάμει κακό κι αναγκάστηκα πολλές φορές να τραβηχτώ κάπου κει και να κάμω εμετό. Ακλουθώντας αυτό το δρομολόγιο έφτασα ως απάνω στο κοιμητήριο του αφέντη Χριστού. Κάθισα ακουμπώντας τους αγκώνες στα γόνατά μου και το κεφάλι στα χέρια – έτσι κουβαριασμένος υπόφερα λιγότερο∙ δεν αισθανόμουνα και τόσο τον πόνο που μου γρατζούνιζε τα στήθια.

Ένας μαρμαράς πεσμένος  με την κοιλιά πάνω σε μια μεγάλη πλάκα, εκεί δίπλα μου, σκάλιζε κάποια επιγραφή∙ φορούσε γαλάζια γυαλιά.

Αν δε με κρατούσε η ντροπή! Αν τολμούσα να αποταθώ σ’ αυτόνε! Θα του έλεγα όλη την αλήθεια: η κατάσταση είναι ανυπόφορη κι αν εξακολουθήσει έτσι θα πεθάνω!




«Η Πείνα» 1890

Κνουτ Χάμσουν

μετάφραση Βασίλης Δασκαλάκης

εκδόσεις Δωρικός



Sult  1966

σκηνοθεσία Henning Carlsen

Ο Per Oscarson που υποδύεται τον ήρωα του Χάμσουν, είχε τιμηθεί με το βραβείο καλύτερου ηθοποιού Χρυσού Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 1966, ενώ η ίδια η ταινία είχε δεχθεί υποψηφιότητα για το βραβείο Χρυσού Φοίνικα και πολλές άλλες διακρίσεις.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

when the night comes




When the Night Comes
 Dan Auerbach


... καληνύχτα στους αγαπημένους που ξαγρυπνάν τον ύπνο μας

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

hands







«Δεν είχα Μονάρχη στη ζωή μου, και δεν μπορώ να κυβερνήσω τον εαυτό μου, κι όταν προσπαθώ να οργανωθώ – η μικρή μου Δύναμη τινάζεται – και μ’ αφήνει γυμνή, καμένη»
(Γ 271)



«Καλύτερα στη Σειρά των Ξυπόλητων. Βρίσκεται το βάδισμά μου ¨σπασμωδικό¨ - Κινδυνεύω – Κύριε»
(Γ 265)




Έμιλυ Ντίκινσον


photo: Tina Modotti “hands”

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

... Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!



                              αναζήτηση




Οι πολιτείες ήτανε λευκές, οι νύχτες φορτωμένες

βαρειές αναμνήσεις

Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι αναπό-

τρεπτα ταξίδια

Τώρα πια δε φωνάζω τώρα πια δε σκέφτομαι κάτι

σταμάτησε μέσα μου

Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη∙ μπο-

ρώ να διακρίνω μια μάσκα χλωμή κι ολότελα

ξένη.



Θα ΄ρθω μια μέρα, γυμνός απ’ αγάπη και μίσος

Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ’ οδηγό τη σιωπή μου

και σύντροφο.

Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα αργά, δείξε

μου κάποιο δρόμο

Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τι-

ποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω.







Μανόλης Αναγνωστάκης

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

1941 – 1971

εκδόσεις στιγμή 1995


από τη συλλογή

«Εποχές»

(ο στίχος στον τίτλο  είναι παρμένος από το ποίημα V από την ίδια συλλογή)



photo Henri Cartier Bresson



                         (2013)