Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Happy people. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Happy people. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

I want to break free




...στο λάμδα μου.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

...όλα τα λέω ποίηση και πια δε νευριάζω




«Καθώς σκυμμένη κοντά του, κατά
την περισυλλογή στο κουτί των
σπίρτων που δεν είχαν χρησιμο-
ποιηθεί, αντικρίζοντας το είδωλο
του προσώπου της στην κόρη των
ματιών του, είχε αντιληφθεί ότι το
εικόνισμα αυτό στα μάτια του πλη-
σίον της, αποτελούσε όλη την
αλήθεια του είναι, του δικού της,
όπως και εκείνου, μέσα στα δικά
της μάτια, που αυτός έβλεπε.»

ΑΝΝΑ ΚΑΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΑ ΠΑΡΑΒΟΛΗ


(… Είπε από τον άλλον μπορείς να μάθεις έναν δρόμο που δεν
έχεις
Προς τα πού;
Προς την ευτυχία)

(…Είπε ότι όταν κλαίω είναι σαν να έχω μιλήσει σε κάποιον
και να με έχει παρηγορήσει)

…είπε μου αρκεί ότι βρήκα έδαφος πραγματικό όπου να σταθώ και να γονατίσω


Συναξαριστής – αυτός που γράφει για
τις ζωές των άλλων. Για να μην ξεχαστούν

Αφήγηση περιστατικού όπου αναφέρεται, ότι μετά από τρείς ώρες σκληρών διαπραγματεύσεων με τον ιδιοκτήτη του ακριβού ρεστωράν, τον είδαν να βγαίνει κουβαλώντας έναν τεράστιο καθρέφτη, στον οποίο πριν 30 χρόνια και για 10 μόνο λεπτά είχε καθρεφτιστεί μέσα η αγαπημένη του


Αφήγηση που αναφέρει ότι το άναμμα του αι-
σθήματος του το προκάλεσε με την επιμονή της
η Αλεπού, χαρίζοντας του ένα γλαστράκι με θαυ-
μάσια κυκλάμινα και τα έτι θαυμασιότερα χείλη
της για ένα φιλί.
Ο καημένος εξακολουθεί να απορεί γιατί εκείνο
το φιλί δεν είχε δεύτερο, και του πονάει ολόκληρο
το σώμα του βυθισμένο στη φτώχεια, που τον
μειώνει σε σημείο που να καμαρώνει όσους πιά-
νουν το τουφέκι και γίνονται ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, να χα-
λάσουν αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, για έναν άλλον
καλύτερο, όπου, δίχως βέβαια να το λέει, πιστεύει
με όλη του τη δύναμη πως θα έχει όσα φιλιά θέ-
λεις


Στα σίγουρα, το ερχόμενο καλο-
καίρι, πιθανόν Ιούλιο, που η θα-
λασσα είναι ωραία και ζεστή, η
Άννα θα αντάμωνε τον άνθρωπο,
που εξακολούθούσε πάντα να τον
αγαπά, μυστικά, μέχρι του μυελού
των οστέων της και ας μην του είχε
πει τίποτα και χωρίς να έχει από
αυτόν κανένα σχετικό λόγο ακού-
σει, μόνο που σκύψανε και οι δυο
τους χαμηλά, να μαζέψουν από
κάτω τα σπίρτα, που είχαν σκορπί-
σει, όταν εκείνη βιαστική είχε σπεύ-
σει να του ανάψει το τσιγάρο, που
μόλις είχε φέρει στα χείλη του.


Περιγραφή προσόψεων σπιτιών –που αντικρίζουν το ανοιχτό ατέρμον πέλαγος –γεμάτα από φωλιές πουλιών. Που έχοντας εκκολάψει και μεγαλώσει τα νεογνά, προπαρασκευάζονται για αναχώρηση «σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη, που κανέναν δεν ξέρουμε και κανείς δεν μας ξέρει»


Τα πρόσωπα των ερωτευμένων σχολιάζουν το βιβλίο: «Ο κήπος των χαδιών». Ο έρως, ομολογούν από κοινού, είναι η δύναμη που εμπνέει εμπιστοσύνη στο ότι υπάρχουμε. Ασυγκράτητος ο Αντώνης την φιλά. Εκείνη δεν πρόφτασε να τον εμποδίσει, εξηγώντας ότι παθαίνει αναφυλαξία κάθε φορά που της αγγίζουν τη μύτη. Εκείνος τότε εκφράζει παράπονα για την απόσταση στην οποία τον κρατά. Η Άννα λυπάται και του λέει, ότι πρέπει να πιστέψει, πως ολόκληρη η ψυχή της του ανήκει. Εκείνος σα να βρίσκεται μπροστά στο τίποτα και την άρνηση, θυμάται το ποίημα του βιβλίου, όπου ο εραστής επιτίθεται κρατώντας εγχειρίδιο. Εκείνη τότε του απαντά, ότι θα δεχόταν πρόθυμα να τη σκοτώσει, αν ήξερε πως αυτό θα αύξανε την πίστη του στην αγάπη. Ο Αντώνης συνεχίζει με ένα άλλο ποίημα, όπου ο εραστής κινούμενος από την παρόρμηση πλήρους κατοχής του αντικειμένου του έρωτος, το αφήνει να απομακρυνθεί, σκύβοντας και ασπαζόμενος τη σκιά του, πάνω στην άμμο της ερήμου, της οποίας το πνεύμα έχει εμποτίσει βαθιά την Αραβική ποίηση. Η Άννα σπεύδει να σηκώσει τον Αντώνη και οι δυο τότε μαζί γονατίζουν και προσεύχονται. Χωρίς τη βοήθεια του Θεού ομολογούν, είναι αδύνατο να αγαπηθούν σωστά, χορταίνοντας από τα σκιώδη


ΟΛΑ ΤΑ ΛΕΩ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΙΑ ΔΕΝ ΝΕΥΡΙΑΖΩ






(…σκόρπια.
από το πρόγραμμα της παράστασης

«Βίοι (Ζωές) Αγίων»

ιδέα, σύλληψη, σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός

τα αποσπάσματα είναι από το «ΑΡΧΕΙΟΝ» κύρια,
καθώς και από τα «Ομιλήματα» και την «Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής»
του Νίκου Γαβριήλ Πεντζικίδη

φωτογραφία : από την ταινία «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν»
του Αντρέι Ταρκόφσκι

http://www.youtube.com/watch?v=9wA_S8TlLu0&feature=related
Low - Last Night I Dreamt That Somebody Loved Me

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Αγαπώ μια γυναίκα με μακριά μαλλιά


Αγαπώ μια γυναίκα με μακριά μαλλιά
Σαν σε λίμνη βυθίζομαι στο απαλό της πρόσωπο
Λάμνει αργά το μέτωπό μου στην κοιλιά της
Ψηλαφώ δαγκώνω χαϊδεύω μεταξένιους όγκους
Εντοπίζω εσοχές σφουγγίζω τον χυμό τους
Γυναίκα έλος μου σκοτεινή αράχνη
Απέραντε λαβύρινθε τύμπανο παλάτι παράξενο
Είσαι η μόνη μου αδερφή της λήθης κι εγκατάλειψης
Τα στήθη σου οι διπλοί γοφοί σου δίδυμα βουνά
Μου δίνουν την ασπράδα του γιγάντιου περιστεριού
Ο έρωτάς μας είναι νυχτερινός τη νύχτα
Σε αυστηρές ωμότητες μας σμίγει στο κρεβάτι
Υψώνονται κολώνες ευωδίας και στεναγμών.

Αλέθω μασώ ρουφώ κατακρημνίζομαι
Ανθίζει ο πόθος μες σε ανοιχτούς τάφους
Τάφους φιλιών στομάτων οστράκων
Πετώ απ’ τα δηλητήρια αρρωστημένος
Κυβερνώντας στις μεμβράνες σου πλάνητας και διεφθαρμένος
Τίποτα δεν σταματά τίποτα δεν ξεκινά όλα είναι θρίαμβος
Της τρυφερότητας που η σιγή φρουρεί
Η σκέψη έφυγε από κοντά μας
Σμίγουν τα χέρια μας σαν ευτυχισμένες πέτρες
Ήρεμος είναι ο νους σαν ασάλευτο στεγανόποδο
Λιώνουν οι ώρες τα λεπτά εξαντλούνται
Δεν υπάρχει παρά αγωνία και ηδονή

Ηδονή, δεν μιλά το πρόσωπό σου μόνο πάει καβάλα
Σ’ ένα κόσμο νεφελώδη στη σπηλιά του Είναι
Είμαστε μουγγοί δεν ζούμε στη γελοία ζωή
Τρομεροί καταντήσαμε και θείοι
Κρυφοί μελισσοκόμοι άφθονου μελιού
Ακούγονται τα βογγητά της ακόρεστης σάρκας
Κάποια στιγμή άκουσα το μισό μου όνομα
Να βγαίνει ξαφνικά απ’ τα σμιχτά σου δόντια
Μπόρεσα να δω στο φως της έκφραση της όψης σου
Σ΄ εκείνη την έκσταση έμοιαζες άλλη γυναίκα.

Το σκοτάδι με φουρκίζει δεν σε βλέπω
Δεν βρίσκω το κεφάλι σου δεν ξέρω τι αγγίζω
Τέσσερα χέρια φεύγουνε με κοιμισμένους κάτοχους
Και τέσσερα πόδια μακριά τους τριγυρίζουν
Πια δεν υπάρχουν κάτοχοι μόνο κενό κενό
Της ηδονής το πλοίο στ’ ανοιχτά έχει ξωκείλει
Που είσαι; Που είμαι; Ποιος είμαι; Ποιος είσαι;
Για πάντα εγκαταλείπω αυτές τις ερωτήσεις
Μεθυσμένος μαγεμένος τρελός στις πύλες της νοσηρότητας
Το πάθος μεγαλόπρεπο τη φαλλική σειρά προσμένω

Βρισκόμαστε μαζί ξανά σ’ ένα δωμάτιο
Γυμνοί υπέροχοι συνεργοί του Θανάτου




Κάρλος Εδμούντο Ντε Ορύ
«Σαράντα Ποίηματα»
Μετάφραση: Κώστας Βραχνός
Εκδόσεις: Ηριδανός

Photo: Bill Brandt 1947

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

τα κύμματα



...

Νιώθω και πάλι την αντανάκλαση στο παράθυρο του τούνελ∙ ζωντανεύει. Καθώς σκύβω μπροστά, οι μαυρόασπρες φιγούρες των άγνωστων αντρών με κοιτάζουν∙ καθώς γυρίζω για δω έναν πίνακα, γυρίζουν κι αυτοί. Το χέρι τους πάει νευρικά στη γραβάτα τους. Πασπατεύουν το γιλέκο τους, το μαντίλι στο τσεπάκι τους. Είναι νέοι πολύ. Θέλουν να κάνουν καλή εντύπωση. Νιώθω να ξεπηδούν από μέσα μου χίλια ταλέντα. Είμαι τσαχπίνα, είμαι ζωηρή, είμαι αδιάφορη, μελαγχολική. Με κρατούν ρίζες, αλλά κυλάω. Ολόχρυση, κυλάω κατά κει, λέω σε τούτον:«Έλα». Σκοτεινή, κυματίζω, λέω σε κείνον «Όχι». Κάποιος αφήνει το πόστο του κάτω απ’ το σκρίνιο. Πλησιάζει. Έρχεται προς το μέρος μου. Αυτή είναι η πιο έντονη στιγμή που έχω ζήσει. Φτερουγίζω. Κυματίζω. Κυλάω σαν ένα φυτό στο ποτάμι, πάω καταδώ, πάω κατακεί, αλλά ριζωμένη, ακούνητη, για να μπορέσει να’ ρθει σε μένα. «Έλα», λέω, «έλα». Χλωμός, με μαύρα μαλλιά, αυτός που έρχεται είναι ρομαντικός, μελαχγολικός. Κι εγώ είμαι ζωηρή, αβίαστη, ιδιότροπη∙ γιατί αυτός είναι μελαχγολικός, ρομαντικός. Ήρθε∙ στέκεται δίπλά μου.
»Τώρα, μ’ ένα σείσμα, σαν πεταλίδα που ξεκολλάει απ’ το βράχο, αποσπώμαι∙ πέφτω μαζί του∙ απάγομαι. Παραδινόμαστε σ’ αυτό το σιγανό ρέμα, το διστακτικό τούτο βαλς. Χτυπάει πάνω, σπάζει. Τώρα μας παρασύρει αυτή η μεγάλη φιγούρα∙ μας κρατάει μαζί∙ δεν μπορούμε να βγούμε έξω απ’ τα ελικοειδή, διστακτικά, αλλ’ απότομα, κυκλοτερή τείχη της. Τα σώματά μας – το δικό του σκληρό, το δικό μου ευλίγιστο – σφίγγονται μαζί στο δικό της σώμα∙ μας κρατάει μαζί∙ και μετά, πάιρνοντας μήκος, ξεδιπλώνει πολύπλοκες πτυχές, όπου μας στροβιλίζει συνεχώς. Ξαφνικά η μουσική σταματάει. Το αίμα μου συνεχίζει να τρέχει, αλλά το σώμα μου στέκεται ακίνητο. Το σαλόνι γυρίζει μπροστά μου. Έπειτα σταματάει.
Έλα, λοιπόν, ας πάμε, χορεύοντας ακόμη, σε κείνες τις χρυσές καρέκλες. Το σώμα είναι δυνατότερο απ’ ότι πίστευα. Είμαι πιο ζαλισμένη απ’ όσο νόμιζα. Δεν, μ’ ενδιαφέρει τίποτα. Δεν με νοιάζει κανένας, εκτός από τούτο τον άντρα που δεν ξέρω ούτε καν τ΄ όνομά του. Έχουμε την έγκρισή σου, φεγγάρι μου; Δεν είμαστε χαριτωμένοι, έτσι που καθόμαστε, εγώ στο σατέν, αυτός στα μαυρόασπρα; Τώρα μπορούν να με κοιτάξουν αυτοί που είναι ίσοι μου. Σας κοιτάζω κι εγώ κατάματα, άντρες και γυναίκες. Είμαι μια από σας. Αυτός ειν’ ο κόσμος μου. Τώρα παίρνω τούτο το ποτήρι με το λεπτό πόδι και πίνω. Το κρασί είναι δριμύ, δυνατό. Δεν μπορώ ν’ αποφύγω ένα μορφασμό καθώς πίνω. Άνθη και αρώματα, λάμψη και φλόγα, αποστάζονται εδώ σ’ ένα πύρινο κίτρινο υγρό. Ακριβώς ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου, ένα πράγμα στεγνό, κλείνει σιγά σιγά τα ολάνοιχτα μάτια του, βυθίζεται στον ύπνο, αποκαρώνει. Αυτό είναι η έκσταση∙ το χαλάρωμα. Η μπάρα βαθιά στο λαιμό μου σηκώνεται. Λέξεις μαζεύονται, συνωστίζονται και σπρώχνονται μπροστά, η μια πάνω απ’ την άλλη. Δεν έχει σημασία ποιές. Σκουντιώνται, σκαρφαλώνουν η μια πάνω στην άλλη. Οι μόνες και μοναχικές ζευγαρώνουν, κυλιώνται, γίνονται πολλές. Δεν έχει σημασία τι λέω. Στριμωγμένη, σαν πουλί που φτεροκοπάει, μια φράση ξεφεύγει, διασχίζει τον άδειο χώρο ανάμεσά μας. Κάθεται στα χείλη του. Γεμίζω ξανά το ποτήρι μου. Πίνω. Το πέπλο ανάμεσά μας πέφτει. Έγινα δεκτή στο θερμό, ιδιωτικό χώρο μιας άλλης ψυχής. Είμαστε μαζί, ψηλά, σ’ ένα πέρασμα στις Άλπεις. Αυτός στέκεται μελαγχολικός στην άκρη του δρόμου. Σκύβω. Κόβω ένα γαλάζιο λουλούδι, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και του το βάζω στο πέτο. Αυτό! Αυτό είναι η στιγμή της έκστασης.




Virginia Woolf
« The Waves», 1931

μετάφραση: Άρης Μπερλής
εκδόσεις: Κρύσταλλο 1986

photo: Jason Langer

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Διαλέγει τη δική της Συντροφιά η Ψυχή






409

Διαλέγει τη δική της Συντροφιά η Ψυχή –
Μετά – κλείνει την Πόρτα –
Κανένας άλλος μην προβάλει – στη θεϊκή
Πλειοψηφία της μπροστά –

Ατάραχη – βλέπει τις Άμαξες – να σταματούν –
Μπρος στην Αυλόθυρα τη χαμηλή –
Ατάραχη – να κάποιος Αυτοκράτορας
Γονατισμένος στο Ψαθί της –

Την έχω δει – μέσ’ από απέραντο έθνος –
Μόνο Έναν να κρατά –
Μετά – της προσοχής της κλείνει τις Βαλβίδες –
Σαν Πέτρα –





Έμιλυ Ντίκινσον
44 Ποιήματα
&
3 Γράμματα

Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς
Εκδόσεις: Το Ροδακιό

Dustin O' Halloran ~ Variazione Di Un Tango

http://www.youtube.com/watch?v=IEiaD9jh5tc&NR=1

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Αν έβρεχε δάκρυα




Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει μι’ αγάπη
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν βαραίνουν οι καρδιές

Σ’ ολόκληρη τη γη
Για ένα σαραντάμερο
Δάκρυα πικρά
Θα πνίγανε τους πύργους

Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν πεθαίνει ένα παιδί
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν γελάνε οι κακοί

Σ’ ολόκληρη τη γη
Με γκρίζα κύματα και κρύα
Δάκρυα πικρά
Το παρελθόν θα τάραζαν

Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν σκοτώνουμε τις καθαρές καρδιές
Αν έβρεχε δάκρυα
Όταν χανόμαστε κάτω απ’ τα τείχη

Σ’ ολόκληρη τη γη
Θα γίνονταν κατακλυσμός
Από τα δάκρυα τα πικρά
Των δικαστών και των ενόχων

Αν έβρεχε δάκρυα
Κάθε φορά που ο θάνατος
Κραδαίνοντας τα όπλα του
Σκίζει τα σκηνικά

Σ’ ολόκληρη τη γη
Δε θα’ μενε πια τίποτα
Παρά τα δάκρυα τα πικρά
Του πένθους και της φρίκης.





Μπορίς Βιάν
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Μετάφραση: Αντώνης Φωστιέρης & Θανάσης Θ. Νιάρχος
Εκδόσεις: Γνώση 1992

Photo: Jack Spenser «Umbrella»

http://www.youtube.com/watch?v=5qXkV1e6yZY&feature=related
Boris Vian - Je Bois
http://www.youtube.com/watch?v=ojY1Sj1-E0Q&feature=related
Boris Vian - J'suis Snob

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

νυχτερινά…



ο κρότος της πόρτας που κλείνει την βρήκε ακριβώς να τραβάει την κουρτίνα του μπάνιου έστρεψε προς την κατεύθυνση του ήχου ασυναίσθητα το κεφάλι ξαναγύρισε τράβηξε απ’ το πιαστράκι την πετσέτα και άρχισε να σκουπίζεται πάει κι αυτός σκέφτηκε σκουπίστηκε εξονυχιστικά τα πόδια πρώτα ένα ένα λυγισμένα στης μπανιέρας τη βάση το στήθος την πλάτη μετά δευτερόλεπτα αρκετά την ευαίσθητη περιοχή άνοιξε έξω και περπάτησε ελεύθερη μέχρι την βρύση στην κουζίνα γυμνή τα πέλματα της ξυπόλητη ακούγονται στα πλακάκια αφήνουν σημάδια που εξατμίζοντ’ εφήμερα κινήθηκε αθόρυβα δίχως φως μόνη αυτή σαν αερικό στο σκοτάδι να λαμπυρίζει η γύμνια της μες τα νοικιασμένα δωμάτια σαν την παλάμη της τόσα χρόνια οι τοίχοι γλιστράνε κι απομακρύνονται μόνοι τους τις νύχτες σαν την αισθάνονται να εγείρεται ανατριχιάζοντας απαλά απ’ την απότομη ψύχρα να σβήσει την δίψα της γύρισε στο δωμάτιο με μια πλακωμένη καρδιά διάθεση βαριά από εκείνες τις δυσάρεστες φορές που ο οργασμός αφήνει μια επίγευση δυσάρεστη στη ψυχή βαρυθυμία ένα συναίσθημα ανολοκλήρωτο πέταξε από πάνω της την πετσέτα κι έμεινε απελευθερωμένη τελείως γυμνή με κάποιο απροσδιόριστο συναίσθημα μελαγχολίας να βαραίνει το στήθος της ...
ανατρίχιασε ελαφρά πίεσε το μυαλό της ν’ αλλάξει κατεύθυνση θα μπορούσα ίσως και να το πάρω απόφαση αυτό θα έκανε πιο εύκολα τα πράγματα θα σταματούσα τουλάχιστον να ελπίζω η διάψευση της ελπίδας αυτό είναι το πλέον αβάσταχτο ένα μαρτύριο που σε κατατρώγει βαθμηδόν πέρα για πέρα φριχτό και τι ζωή θα ήταν απ’ την άλλη δίχως ελπίδα κι αυτή αφυδατωμένη ζωή πάντως τουλάχιστον δεν θα χρειαζόταν να εφευρίσκω δικαιολογίες μια δήθεν απελευθέρωση να παρουσιάσω ένα πρόσωπο άλλο αλλά σε ποιόν και γιατί ποιόν να κοροϊδέψεις τουλάχιστον αξιοπρεπής μέσα στη δυστυχία να στέκεσαι όρθια γιατί υπάρχει πολλή δυστυχία στον κόσμο μοναξιά πολλή και δυστυχία στον κόσμο οι άνθρωποι περιφέρονται ψάχνοντας εναγώνια κάτι νομίζοντας πως πρέπει μόνο ν’ απολαμβάνουν δίχως τίποτε ποτέ να θυσιάζουν τώρα στις πολιτείες τις νύχτες μια μαύρη σιωπή κάτω από τους στύλους ηλεκτροδοτήσεως χιλιάδες απατημένες καρδιές μέμφονται τη μιζέρια τους όλα είναι τόσο ανόητα τόσο βλακωδώς ανυπόφορα θυμήθηκε ...


Ζ. Δ. Αϊναλής
«Αποσπάσματα»
Το Κορίτσι Που Του Άρεσε Να Διηγείται Βρώμικες Ιστορίες
Εκδόσεις: Γαβριηλίδης

photo: Joy Goldkind - adagio

http://www.youtube.com/watch?v=7GgXqIf9h4s
(Μiles Davis - Kind of Blue)

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

café muller



Director and choreographer Pina Bausch (July 27, 1940 - June 30, 2009) "Cafe Muller" (1978, TV version 1985) Cast: Pina Bausch, Malou Airaudo, Domenique Mercy, Jan Minarik, Nazareth Panadero, Jean Laurent Sasportes. Musiс by Henry Purcell / "The Fairy Queen" and "Dido and Aeneas"

το σώμα που… πάντα… λύπη

http://www.youtube.com/watch?v=6dNhE9XkhAA

café muller



café muller pina bausch 1978

http://www.youtube.com/watch?v=dtqrqjERhkQ