Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νύχτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νύχτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

χάση






"Εμείς που είμαστε μέρος της περιστροφής έχουμε πληρωθεί σε ολότητα όπως ο δίσκος του φεγγαριού. Ακόμη και στη χάση μας , ακόμη και στις βδομάδες της αστάθειας κανείς δε μας βοήθησε ποτέ να πληρωθούμε, εκτός από το μοναχικό μας δρόμο πάνω στη γη."



rainer maria rilke






photo richard misrach
 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

τραγουδώ



"Είχα έναν τρόμο - από τον Σεπτέμβριο - που δεν μπορούσα να τον πω σε κανένα -κι έτσι τραγουδώ, όπως το Αγόρι όταν περνά απ' το Νεκροταφείο -γιατί φοβάμαι"

(Γ 261)


"Για να τραβήξεις το μαργαριτάρι,
πληρώνεις με την Ανάσα σου."

(Γ 242)


έμιλυ ντίκινσον
μτφ ερρίκος σοφράς




(επειδή το διάβασα τη νύχτα –στα ξαφνικά, και θυμήθηκα    )



"Από νωρίς το πρωί είχαν στρώσει στο κυνήγι ένα ελάφι. Κάλπαζαν πίσω του όλη μέρα, στους πρόποδες των λόφων. Κάποτε, το ελάφι κατευθύνθηκε προς τους λόφους και άρχισε να ανεβαίνει. Έτρεχε πραγματοποιώντας συνεχείς ελιγμούς, ώσπου οι κυνηγοί το έχασαν από τα μάτια τους. Η μέρα έγερνε όταν ο Λουδοβίκος -μόνο αυτός- κατάφερε να εντοπίσει το ζώο. Βρισκόταν σε μια στενή, απόκρημνη λωρίδα γης, που υψωνόταν πάνω από την πεδιάδα. Ζύγισε στο χέρι του το δόρυ, και τα σκυλιά του ετοιμάστηκαν να χιμήξουν, θαρρώντας πως το απελπισμένο ζώο δεν μπορούσε πια να ξεφύγει. Εκείνο έδωσε έναν πήδο που το έφερε στο χείλος του γκρεμνού, ύστερα έναν δεύτερο και χάθηκε.

Όρμησε προς τα κάτω, ελπίζοντας πως οι βράχοι θα το σπλαχνίζονταν περισσότερο από τον διώκτη του."




μαίρυ σέλλεϋ

"Ο διάδοχος του Μοντόλφο"

μτφ γιώργος μπλάνας

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

διαφορά ισχύος



...έγινε κάτι που ο Κ. δε θα κατάφερνε ποτέ μονάχος, που δε θα τολμούσε ούτε καν να το προσπαθήσει, που η Διοίκηση απ' τη μεριά της μάλλον δε θα το επέτρεπε ποτέ, δηλαδή το ότι απ' την αρχή κιόλας αντιμετώπισε τη Διοίκηση ανοιχτά, χωρίς ελιγμούς, πρόσωπο με πρόσωπο, όσο ήταν δυνατό κάτι τέτοιο. Μα ήταν επικίνδυνο αυτό το δώρο, απάλλασε βέβαια τον Κ. από ένα σωρό ψευτιές και μηχανορραφίες, αλλά τον άφηνε σχεδόν ανυπεράσπιστο, τον αποδυνάμωνε στον αγώνα του και θα τον έφερνε ακόμα και σε απόγνωση, αν ο Κ. δεν υπενθύμιζε στον εαυτό του ότι η διαφορά ισχύος ανάμεσα στον εαυτό του και στη Διοίκηση ήταν τόσο μεγάλη, που όσα ψέμματα και πονηριές κι αν μεταχειριζόταν δε θα κατάφερνε να μειώσει αισθητά αυτή τη διαφορά προς όφελός του, το πολύ πολύ να την καθιστούσε κάπως λιγότερο δυσάρεστη. Αυτό όμως ήταν απλώς μια σκέψη για να παρηγοριέται...





Franz Kafka
Ο Πύργος
μτφ Βασίλης Πατέρας
εκδ Ροές

photo Jeff Zaruba




Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

(τραμπάλα)




μακάρι να ΄μασταν πάντα παιδιά, δεν ξέρω πως να μεγαλώσω.



έμιλυ ντίκινσον



photo Pentti Sammallahti




(μερικές φορές έχω μια τρύπα στη καρδιά πιο τεράστια από το κορμάκι μου και φυσάει πολύ από κει μέσα και χάνω την ισορροπία μου τραμπαλίζομαι με τα πόδια μου χωματένια και δεν ξέρω αν θα σκορπίσω σε ψυχή στον αέρα ή θα γίνω επιτέλους δέντρο με πουλιά στον κόσμο)

 Arvot Part. Fur Alina
 https://www.youtube.com/watch?v=8as_BN5h5YQ


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

mood of the night

Tindersticks
until the morning comes

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

.








Ξέρω.
κι έτσι ακόμα...
αποχαιρετώ!

με κάθε συγνώμη.

ύπνος λοι-
πόν για
κάθε
λήθη.

κι ένα
ξύπνημα
(ακόμα)
 -χωρίς αναμονή-
παντός καιρού.
(σκοτεινού).


στο τέλος μιας νύχτας
8/12/2012




photo: Michael Levin

 Tom Waits
"the world keeps turning"
http://www.youtube.com/watch?v=oeCfe9mWxdY


Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

.








Όλο χαλάει το φως






...

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Και πονάμε






Και πονάμε
Στριφογυρνάμε ξανά και ξανά στη δύστυχή μας κλίνη
Και κάτω απ’ αυτή τη κλίνη
Είναι ο ουρανός και δεν το ξέρουμε






Κάρλος Εδμούντο Ντε Ορύ
«Σαράντα Ποίηματα»
Μετάφραση: Κώστας Βραχνός
Εκδόσεις: Ηριδανός

Photo: Fransesca Woodman

http://www.youtube.com/watch?v=1tVJmck8UU8
(…dance with me baby…I’m falling…)

Η σιωπή




Δεν υπάρχει κανένας Είμαι εγώ μονάχος και το βιολί της σιωπής
Η σιωπή είναι ένα κρυστάλλινο νερό που κελαρύζει
Στη σιωπή ακούγονται τ’ αργά βήματα κάποιου τρελού
Που πάει κι έρχεται χωρίς κανένα σε κάποιο δωμάτιο.
Έχασα τα δάχτυλά μου σ’ ένα απέραντο πιάνο…
Ένα πιάνο φάντασμα που βρίσκεται στην καρδιά μου
Η σιωπή Η σιωπή! Πιστεύω στη σιωπή
είναι κάποιος άγγελος που ακούει όσα λέει ο Θεός
στη σιωπή ακούγονται να πέφτουν φύλλα φθινοπώρου
ακούγονται κύμματα και φιλιά και ο μάγος του ρολογιού
στην άμαξά του με τις ώρες και τις μεταξένιες ρόδες
σε μια υγρή ακτή από γέλια και πόνο
Μια γλώσσα αγγέλου η νοτισμένη μου καρδιά
απ’ το νερό της σιωπής τραγουδά χωρίς σκοπό κι αιτία
Θέλει να τραγουδήσει το ίδιο που τραγουδούσε ο Θεός
Τα πόδια του Θεού πατάνε σήμερα την πράσινη καρδιά μου


Τ’ απόγευμα που βρέχει μια γυναίκα χωρίς φύλο
Μία γυναίκα από αέρα και γάζα πλανάται Πάω
Κοντά της δεν υπάρχει Βλέπω μόνο τα μάτια της
το στόμα της και τα μαλλιά της Όμως δεν υπάρχει όχι
Δεν υπάρχει κανείς Είμαι εγώ μονάχος Η ψυχή μου είναι ένα μεγάλο δοξάρι
Του βιολιού της σιωπής σ’ έναν ερωτικό ουρανό
Βγαίνω στο παράθυρο… Συνεχίζει να βρέχει Συνεχίζει…
Μία πικρή γυναίκα κλαίει απόψε
με τη θεία νοσταλγία ενός μακρινού πράγματος
Τη νύχτα φτιάχνει η βροχή μιαν ανθισμένη κιθάρα

Σήμερα δεν έχει φεγγάρι… Το φεγγάρι θα το φτιάξω μόλις πεθάνω






Κάρλος Εδμούντο Ντε Ορύ
«Σαράντα Ποίηματα»
Μετάφραση: Κώστας Βραχνός
Εκδόσεις: Ηριδανός



http://www.youtube.com/watch?v=7l-R-2NYc7w

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011





I said to my soul, be still, and wait without hope
For hope would be hope for the wrong thing; wait without
love
For love would be love of the wrong thing; there is yet
faith
But the faith and the love and the hope are all in the wait-
ting.
Wait without thought, for you are not ready for thought:
So the darkness shall be the light, and the stillness the
Dancing.





(απόσπασμα από…)
“East Coker”
T.S.Eliot

Photo: Dan Estabrook
«Saltwater»

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Ο Γλάρος





Τρέπλιεφ
Σήμερα έκανα κάτι ελεεινό: σκότωσα αυτόν τον γλάρο. Τον αφήνω στα πόδια σας.

Νίνα
Τι σας συμβαίνει; [Σηκώνει το γλάρο και τον κοιτάζει.]

Τρέπλιεφ [ύστερα από παύση]
Έτσι σε λίγο θα σκοτώσω και τον εαυτό μου.

Νίνα
Δεν σας αναγνωρίζω.

Τρέπλιεφ
Ναι, όπως δεν σας αναγνωρίζω πια κι εγώ…



{ Έχω μουσαφίρη το ζωγράφο Λεβιτάν. Χθες βγήκαμε μαζί και κυνηγήσαμε μπεκάτσες. Αυτός χτύπησε μια, το πουλί πληγώθηκε στο φτερό κι έπεσε σ’ ένα νερόλακκο. Πάω κι εγώ να το πιάσω. Έχει μια μακριά μύτη, μαύρα μεγάλα μάτια και φτερωσιά θαυμάσια. Τι να κάνομε τώρα… Ο Λεβιτάν μορφάζει με θλίψη, κλείνει τα μάτια του και με παρακαλεί με τρεμουλιαστή φωνή: «Χτύπα του, καλέ μου, το κεφάλι πάνω στο κοντάκι του τουφεκιού». Του λέω: «Δεν μπορώ». Αυτός συνεχίζει να κουνά νευρικά τους ώμους του, να τρεμουλιάζει και να με παρακαλά, η μπεκάτσα συνεχίζει να με κοιτάζει με απορία. Αναγκάστηκα να υπακούσω τον Λεβιτάν και ν’ αποτελειώσω το πουλί. Και τώρα, μέσα στον κόσμο υπάρχει ένα ωραίο ερωτευμένο πλάσμα λιγότερο, όσο που δύο ηλίθιοι γυρίζουν στο σπίτι και στρογγυλοκάθονται στο τραπέζι να φάνε…

Από επιστολή του Α.Π. Τσέχωφ στον Α.Σ. Σουβόριν, Μελίχοβο, 8 Απριλίου 1892 – Άντον Τσέχοφ, Αλληλογραφία, μτφρ. Μέλπω Αξιώτη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1970 }




Νίνα
Θα χωρίσουμε και… μπορεί να μην ξανασυναντηθούμε. Πάρτε αυτό, σας παρακαλώ: ένα μικρό ενθύμιο από μένα. [Του δίνει ένα μενταγιόν]. Έβαλα να χαράξουν τα αρχικά σας… κι από πίσω τον τίτλο του βιβλίου σας «Μέρες και Νύχτες».

Τριγκόριν
Τρισχαριτωμένο! [Φιλάει το μενταγιόν] Πανέμορφο δώρο!

Νίνα
Να με σκέφτεστε καμιά φορά.

Τριγκόριν
Θα σας σκέφτομαι. Θα σας σκέφτομαι όπως ήσασταν εκείνη την υπέροχη μέρα τις προάλλες - θυμάστε;- με το ανοιχτόχτωμο φουστάνι… Είχαμε εκείνη τη συζήτηση… ήταν κι εκείνος ο άσπρος γλάρος στο παγκάκι.

Νίνα [σκεφτική]
Ναι ο γλάρος…


Τριγκόριν [διαβάζει το μενταγιόν]
«Μέρες και Νύχτες, σελίς 121, σειρά 11-12.»


{ Ύστερα από δυο μέρες αγωνίας, πήρα επιτέλους μια απόφαση. Παράγγειλα σ’ έναν αδαμαντοπώλη ένα κοσμηματάκι σε σχήμα μικροσκοπικού βιβλίου. Στη μια πλευρά ήταν χαραγμένες οι λέξεις: «Παραμύθια και διηγήματα Α. Τσέχοφ», στην άλλη: «Σελίδα 267, σειρά 6 και 7». Αν έψαχνες αυτές τις σειρές στον τόμο των διηγημάτων, έβρισκες τη φράση: « Αν χρειαστείς κάποτε τη ζωή μου, έλα και πάρε την.» Μόλις ήταν έτοιμο το κόσμημα, έσβησα από τη θήκη τη διεύθυνση του καταστήματος, έκαμα ένα πακετάκι και το’ στειλα στον αδελφό μου στη Μόσχα, με την παράκληση να το πάει στην σύνταξη της «Ρωσικής Σκέψης». Ο αδελφός μου το’ δωσε στον αρχισυντάκτη Γκόλτσεφ, κι αυτός θα το’ δινε στον Τσέχοφ. Η πράξη αυτή ήταν αποτέλεσμα της αγωνίας μου και της απελπισίας.

Λύντια Αβίλοβα, Ο Τσέχοφ στη ζωή μου, μτφρ. Μέλπω Αξιώτη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1968. }


Τριγκόριν
Σελίς 121, σειρά 11-12. Τι να λέει εκεί; Υπάρχουν σ’αυτό το σπίτι τα βιβλία μου;


Τριγκόριν [ψάχνει στο βιβλίο]
Σελίς 121… σειρά 11-12… Να το… [διαβάζει] «Αν ποτέ σου χρειαστεί η ζωή μου, έλα και πάρ’ την.»
Αν ποτέ σου χρειαστεί η ζωή μου, έλα και πάρ’ την… Αντηχεί τόση θλίψη σ’ αυτή την κραυγή της άδολης ψυχής, που μου ματώνει την καρδιά…
Ας μείνουμε άλλη μια μέρα!



Από το πρόγραμμα της παράστασης:
«Ο Γλάρος»
Άντον Π. Τσέχοφ
Mετάφραση: Αντιγόνη Φιλιπποπούλου
Θέατρο Του Νέου Κόσμου
Χειμερινή Περίοδος 2002-2003

Photo: Kamil Vojnar

http://www.youtube.com/watch?v=PEPm5p-SMZk
Abandoned, Scott Matthew

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Μίλα μου σαν τη βροχή



(…)

ΑΝΔΡΑΣ
Πρέπει να μου μιλήσεις, είναι ανάγκη! Πρέπει να ξέρω, αγάπη μου. Μίλησέ μου. Μίλησε μου σαν τη βροχή, κι εγώ θα’ μαι ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω, θα είμαι ξαπλωμένος…

ΓΥΝΑΙΚΑ
Θέλω να φύγω από δω.

ΑΝΔΡΑΣ
Να φύγεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ
Θέλω να φύγω μακριά!

ΑΝΔΡΑΣ
Μόνη!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι, μόνη! (Ξαναγυρίζει κοντά στο παράθυρο.) Θα πάω να μείνω μ’ ένα ψεύτικο όνομα σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα…

ΑΝΔΡΑΣ
Με τι όνομα;

ΓΥΝΑΙΚΑ
Άννα Τζόουνς… Η καμαριέρα θα είναι μια μικρόσωμη, γερασμένη γυναίκα και όλη την ώρα θα μιλάει για τον εγγονό της… Όταν θα ετοιμάζει το κρεβάτι μου, εγώ θα κάθομαι με τα χέρια μου κρεμασμένα από δω κι από κει, κι εκείνη θα μιλά για τον εγγονό της με ήρεμη, απαλή φωνή…(Κάθεται κοντά στο παράθυρο και πίνει νερό.) Το δωμάτιο θα είναι ήσυχο, μισοσκότεινο και γεμάτο με το μουρμουρητό.

ΑΝΔΡΑΣ
… της βροχής.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι. Της βροχής.

ΑΝΔΡΑΣ
Κι ύστερα;

ΓΥΝΑΙΚΑ
Η αγωνία θα φύγει.

ΑΝΔΡΑΣ

Ναι…

ΓΥΝΑΙΚΑ
Σε λίγο η γριά καμαριέρα θα μου πει «το κρεβάτι σας είναι έτοιμο» κι εγώ θα πω «Ευχαριστώ. Πάρτε ένα δολάριο απ’ την τσάντα μου». Έπειτα η πόρτα θα κλείσει και θα μείνω πάλι μόνη μου. Τα παράθυρα θα είναι ψηλά, με γαλάζια παντζούρια, κι απ’ έξω θα πέφτει ασταμάτητα η βροχή. Η ζωή μου θα μοιάζει με το δωμάτιο: ήσυχη, μισοσκότεινη και γεμάτη με το μουρμουρητό…

ΑΝΔΡΑΣ
… της βροχής.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι, της βροχής. (…) Δε θ’ αντέχω στην παραμικρή κούραση… Θα’ χω λίγη δύναμη ίσα ίσα να κατεβαίνω στην ακρογιαλιά για ένα μικρό περίπατο. Θα βρω εκεί ένα ήσυχο μέρος να κάθομαι και θ’ ακούω από μακριά την ορχήστρα να παίζει χαρούμενη μουσική, την ώρα που θ’ αρχίζει να σκοτεινιάζει… Θα’ χω ένα μεγάλο δωμάτιο με γαλάζια παράθυρα, και κάθε μέρα θ’ ακούω τη βροχή να πέφτει, να πέφτει αδιάκοπα… Και θα’ μαι τόσο κουρασμένη από τη ζωή μου στη πόλη, που η βροχή δε θα με πειράζει καθόλου. Θα είμαι τόσο ήρεμη. Οι ρυτίδες θα φύγουν από το πρόσωπό μου και τα μάτια μου δε θα’ ναι πια φλογισμένα. Δε θα’ χω κανένα φίλο, κανένα γνωστό… Κι όταν θα θέλω να ξανακοιμηθώ θα γυρίζω στο μικρό μου ξενοδοχείο. (…) Δε θα’ χω ιδέα τι θα γίνεται στον κόσμο, κι ούτε θα νιώθω τον καιρό πως περνάει… Ώσπου μια μέρα θα κοιτάξω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και θα δω πως τα μαλλιά μου θα’ χουν αρχίσει ν’ ασπρίζουνε. Και τότε, για πρώτη φορά, θα καταλάβω πως έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο μόνη, με ψεύτικο όνομα, χωρίς κανένα φίλο και κανένα γνωστό, πάνω από είκοσι πέντε χρόνια. Θα ξαφνιαστώ λιγάκι μ’ αυτό, δε θα στεναχωρηθώ όμως καθόλου. Θα’ μαι ευχαριστημένη που ο καιρός πέρασε τόσο εύκολα… Καμιά φορά μπορεί να πηγαίνω στον κινηματογράφο. Θα βλέπω στο πανί φανταστικούς ήρωες και φανταστικές ιστορίες, κι όταν θα επιστρέφω στο δωμάτιό μου θα διαβάζω παλιά βιβλία και ημερολόγια πεθαμένων συγγραφέων. Και θα τους νιώθω τόσο κοντά μου, όσο δεν ένιωθα ποτέ κανέναν απ’ όσους γνώριζα πριν αποτραβηχτώ από τον κόσμο… και θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο στο χέρι, ενώ έξω θα βρέχει. Θα ξυπνάω για μια στιγμή, θ’ ακούω το μουρμουρητό της βροχής, και πάλι θα κλείνουν τα μάτια μου, και θα βρέχει, θα βρέχει αδιάκοπα… Κι ένα βράδυ που θα’ χω γυρίσει από τον κινηματογράφο, μονάχη μου, θα κοιτάξω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και θα δω τα μαλλιά μου να’ χουν γίνει κάτασπρα. Κάτασπρα σαν τον αφρό των κυμάτων… Θεέ μου, πόσο αδύνατη θα’ χω γίνει, σχεδόν διάφανη! Και τότε θα καταλάβω, σαν μέσα σε όνειρο, πως έμεινα σ’ αυτό το ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα, χωρίς αγωνίες και στεναχώριες, πενήντα ολόκληρα χρόνια. Μια ζωή. Δεν θα θυμάμαι ούτε καν τα ονόματα των ανθρώπων που γνώριζα πριν, ούτε και τι θα πει να περιμένει κανείς κάποιον που μπορεί και να μην έρθει ποτέ… Έτσι, κοιτάζοντας το πρόσωπό μου στον καθρέφτη, θα καταλάβω πως ήρθε πια για μένα ο καιρός να περπατήσω ακόμη μια φορά στην ακρογιαλιά, ενώ από παντού θα με χτυπάει ο μεγάλος άνεμος, ο καθαρός αέρας που έρχεται από τα πέρατα του κόσμου, από τις μακρινές παγωμένες περιοχές του διαστήματος, από τους χώρους που απλώνονται πιο πέρα κι από την τελευταία γωνιά του διαστήματος. Ναι… Εκείνη τη νύχτα θα κατέβω στην ακρογιαλιά. Θα περπατώ μες τον άνεμο, κι όλοένα θ’ αδυνατίζω…

ΑΝΔΡΑΣ
Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου…

ΓΥΝΑΙΚΑ
…θ’ αδυνατίζω, θ’ αδυνατίζω, θ’ αδυνατίζω…(Ο ΑΝΔΡΑΣ πηγαίνει κοντά της και τη σηκώνει δια της βίας από τη καρέκλα.) Ώσπου στο τέλος δε θα’ χω καθόλου σώμα κι ο άνεμος θα με τυλίξει στ’ άσπρα και παγωμένα χέρια του για πάντα και θα με πάρει μαζί του μακριά!

ΑΝΔΡΑΣ (Πιέζει το στόμα του στο λαιμό της)
Έλα στο κρεβάτι μαζί μου!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Θέλω να φύγω. Θέλω να φύγω μακριά! ( Ο ΑΝΔΡΑΣ την αφήνει. Εκείνη προχωράει στη μέση του δωματίου, μην μπορώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς της, και κάθεται στο κρεβάτι. Ο ΑΝΔΡΑΣ αναστενάζει και σκύβει έξω από το παράθυρο, ενώ η βροχή δυναμώνει. Η ΓΥΝΑΙΚΑ ανατριχιάζει και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος της. Οι λυγμοί της σβήνουν, αλλά ανασαίνει με δυσκολία. Ο ΑΝΔΡΑΣ εξακολουθεί να είναι σκυμμένος έξω από το παράθυρο. Στο τέλος εκείνη του λέει απαλά)
Έλα στο κρεβάτι μωρό μου…

Ο ΑΝΔΡΑΣ στρέφει το πρόσωπό του στη ΓΥΝΑΙΚΑ σαν χαμένος…




ΤΕΝΝΕΣΗ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ
«Μίλα μου σαν τη βροχή»
Μονόπρακτα
Απόδοση Νίκος Γκάτσος
Εκδόσεις: Πατάκη

Photo: Josephine Sacabo, “El final”

Barely There


(...)

Δεν έχω σκοτάδι εγώ. Ολόκληρη είμαι στο φως κι ίσως αυτό να σας γοήτευσε σε μένα αυτή είναι η λέπρα μου ότι το φως. Θεέ μου το φως μ’ έχει όλη διαπεράσει και δεν υπάρχει στον κόσμο για μένα σκιά. Να προστατευτώ από αυτό το ανευλαβές φως που πέφτει διαρκώς επάνω μου και διαρκώς αισθάνομαι τα μάτια μου να λείπουν. Αλλά και πάλι μην υποθέσετε ότι τώρα εδώ μπροστά σας στέκομαι και σας εξομολογούμαι σας εμπιστεύομαι. Πράγματα δικά μου μυστικά κι ανομολόγητα και πως θα μπορούσα αφού κανέναν άνθρωπο δεν τον θεωρώ άξιο. Δεν σας θεωρώ άξιο καμιάς εμπιστοσύνης. Σας παρακαλώ υπολογίστε την τρυφερότητα των μισητών μου λόγων και υποδεχτείτε ψύχραιμα την αβλαβή κακία μου για σας που δεν σημαίνει παρά την απαγόρευσή μου να αισθανθείτε το παραμικρό για μένα και να το απαιτήσετε ακόμα κι αν δεν το απαιτήσετε φανερά. Πάντα οι άλλοι μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Με τι βία μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Και την άρνησή μου να την θυμάστε σαν μια απόλυτη σιωπή. Τίποτε δεν υπονοεί κι αν σας μίλησα είναι γιατί είμαι τίμια. Αυτά σε όλους τα έχω πει όλοι από εμένα την ίδια τα έχουν μάθει αυτά που είπα για το φως. Αν και το παραδέχομαι πως δεν υπάρχει ευτελέστερη ανανδρία από την ειλικρίνεια. Είμαι λοιπόν κι εγώ όπως όλοι σας άνανδρη και δειλή. Αφήστε με ήσυχη. Μην ξανάρθετε. Δεν έχω τίποτε να σας πω κι από την αρχή ποτέ δεν είχα τίποτε να σας πω κι αυτός ήταν ο λόγος που αμέσως έκανα έρωτα μαζί σας γιατί δεν είχα απολύτως τίποτε να σας πω. Φύγετε. Και μπορεί να προαισθανθήκατε σωστά γιατί ο μοναδικός τρόπος να ασχοληθώ μαζί σας είναι να σας καταστρέψω. Αλλά ποτέ δεν θα ασχοληθώ με σας τίποτε δεν θα σας προξενήσω κι ούτε κανένας άνθρωπος καταστράφηκε ποτέ από έναν άλλον άνθρωπο. Φύγετε λοιπόν πηγαίνετε να καταστραφείτε μόνος σας. Ανησυχώ για σας. Φοβάμαι ότι στο τέλος θα αυτοκτονήσετε. Ίσως επειδή ποτέ δεν είχατε τους ανθρώπους που θέλατε ενώ σας είχαν πάντα οι άνθρωποι που σας ήθελαν και θα φύγετε με την πικρία της αδυναμίας σας να αναγκάσετε τους άλλους να αισθανθούν. Τόσο το χειρότερο για σας. Πραγματικά σας λυπάμαι – είπε η Ελένη και δάκρυσε – θα είναι κρίμα. Εν τω μεταξύ πλάστε όπως σας αρέσει την φανταστική ιστορία σας μ’ εμένα. Αλλά εγώ δεν θα σας βοηθήσω αν και το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να αποσύρω τη μορφή μου. Δεν θα με ξαναδείτε. Με δυσκολία με κόπο που όσο πάει θα μεγαλώνει η μνήμη σας θα αγωνιά. Θα αγωνίζεται να ξαναφτιάξει τη μορφή μου το πρόσωπό μου το σώμα μου. Έχω ακούσει αλλά το ξέρω κι από τον εαυτό μου πως η μνήμη μας χάνει πολύ γρήγορα και πριν απ’ όλα τα άλλα χάνει τις μορφές εκείνων που αγαπήσαμε. Δεν είναι παράδοξο; Η εικόνα μου στη μνήμη σας θα έχει πια τρυπήσει και θα ξεφεύγω από τις τρύπες κι εσείς με αγωνία με πόνο. Θα προσπαθείτε να κρατήσετε ακέραια όλα μου τα μέλη όμως αυτά θα χάνονται θα γλυστράν μέσα από τα δάχτυλά σας ώσπου τίποτε πια να μη μείνει μέσα σας από τη μορφή μου από μένα. Θα είναι ένα μαρτύριο για σας αλλά εύχομαι. Ειλικρινά σας το εύχομαι ν’ αντέξετε σ’ αυτήν την εξαθλίωση.
-Η Ελένη έκλεισε την πόρτα και βρέθηκα στο σκοτάδι γιατί όλο το φως ερχόταν από μέσα.



«Ο Εχθρός του Ποιητή»
Γιώργος Χειμωνάς
Πεζογραφήματα
Εκδόσεις: Καστανιώτη

Photo: Lauren E. Simonutti, “Barely There (drowning inside)”

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011



Να ξεριζώσουν πρέπει όλοι τα μάγουλα, να θυ-
σιάσουν τα χέρια και το σάλιο,
να γλείψουν μ’ ανεπανόρθωτες μετάνοιες τα σάβανα
των θυμάτων,
να ζητήσουν έλεος για τους σκορπιούς που οργιά-
ζουν μέσα στα στόματα,
να ασκηθούν στον τρόμο της αδυναμίας και στην
πύρινη πλάκα της παραδοχής,
να λατρέψουν την ταπεινότητα του χόρτου,
να δεηθούν στην αλήθεια των εσωτερικών μαστι-
γώσεων,
να ομολογήσουν το λάθος της λύσσας των δοντιών
και
να δοκιμαστούν από την ένταση της αποτυχίας και
να περάσουν από τα μαρτύρια των ατελεύτητων
ενατενήσεων του τέλους και
να ανοιχτούν να ανοιχτούν ν’ ανοιχτούν
σα σφάγια στο άκουσμα των νέων μαθημάτων. Το
μάθημα του χάους,
του μηδενός και του βλέμματος, το μάθημα της
υποταγής και της προσφοράς,
το μάθημα της ανάγνωσης των κινήσεων της καρ-
διάς και του μυαλού
επάνω στην παραπλανητική διάταξη του προσώπου,
το μάθημα της πολύτροπης τρυφερότητας, το μά-
θημα
του αναγκαίου πόνου, του θεοφιλέστατου πό-
νου, του προοριστικού,
το μάθημα της εξάσκησης στην ερημιά και στην
απόγνωση,
το μάθημα του θανάτου τους.
Αλλά πριν,
ικανοί να επωμίζονται το φορτίο του σώματος,
πρέπει να τα δουν όλα.



«Κατάλογοι 1 – 4»
Δημήτρης Δημητριάδης
εκδόσεις Άγρα (1980-1985)

Dan Estabrook – “Crying” (2002)


Ο άνθρωπος είναι το κλείσιμο του κύκλου του
ανθρώπου.
Δεν προλαβαίνουν οι άνθρωποι. Η ζωή,
έλεγε εκείνος ο ανώνυμος που είχε γυρίσει απ’ όλες
τις εκστρατείες,
δε μας αφήνει να φτάσουμε η ζωή αυτό που ξεκινάμε.
Το φτάνουμε έξω από τη ζωή. Κι αυτό είναι η ζωή.
Γιατί η ζωή είναι παράλειψη.
Ο άνθρωπος αρχίζει πέρα από τη ζωή και πέρα
από το θάνατο.
Κι αυτό είναι ο άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος είναι
παράλειψη.



«Κατάλογοι 1 – 4»
Δημήτρης Δημητριάδης
εκδόσεις Άγρα (1980-1985)

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Dia de las Muertas




…κι όλα αυτά ήταν ένα βρώμικο ψέμα, σκέφτηκε: το πιστέψαμε, είναι σαν αυτή τη μέρα του χρόνου, που οι πεθαμένοι ξανάρχονται πραγματικά στη ζωή ή όπως σε πληροφορούνε σοβαρά στα λεωφορεία, αυτή τη μέρα των οραμάτων και των θαυμάτων, να μας δόθηκε, χάρη σε κάποια ανάποδη μοίρα, το δικαίωμα να κοιτάξουμε για μια ώρα αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει από τότε που προδόθηκε η αδερφοσύνη, την εικόνα της ευτυχίας μας, την εικόνα αυτού που είναι καλύτερα να σκέφτεσαι πως δεν υπήρξε ποτέ.






«Κάτω από το Ηφαίστειο»
Μάλκολμ Λόουρυ
μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
εκδόσεις: Αστάρτη

Photo: Jack Spencer
“ninas, Dia de las Muertas, Oaxaca Mexico” (2002)

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011



Έμαθα χτες,
(φαίνεται ότι έφτασα καθυστερημένος, ή μπορεί και να είναι μια οποιαδήποτε φήμη, μια από κείνες τις βρώμικες φλυαρίες που διαδίδονται στα πλυσταριά και στα αποχωρητήρια όταν αδειάζονται τα μαστέλα του φαγητού που καταβροχθίστηκε για μια ακόμη φορά),
έμαθα χτες λοιπόν,
μια από τις πιο εντυπωσιακές επίσημες μεθόδους των δημοσίων αμερικάνικων σχολείων που συμβάλλει αναμφίβολα στο να θεωρείται αυτή η χώρα η πρωτοπορία της προόδου.
Φαίνεται πως μεταξύ των εξετάσεων και των δοκιμασιών που υφίσταται ένα παιδί που μπαίνει για πρώτη φορά σε δημόσιο σχολείο, είναι και η δοκιμασία η λεγόμενη του σπερματικού υγρού ή του σπέρματος
και που συνίσταται στο να ζητήσουν απ’ αυτόν τον καινούργιο μαθητή λίγο από το σπέρμα του για να το βάλουν σε μια φιάλη και μ’ αυτό τον τρόπο να το διατηρήσουν έτοιμο για όλα τα πειράματα τεχνητής γονιμοποίησης που θα μπορούσαν να επιχειρήσουν.
Γιατί οι Αμερικάνοι όλο και περισσότερο ανακαλύπτουν πως τους λείπουν χέρια και παιδιά,
όχι εργάτες δηλαδή,
αλλά στρατιώτες,
και θέλουν πάσει θυσία και με οποιοδήποτε κόστος να κατασκευάσουν στρατιώτες
εν όψει όλων των διαπλανητικών πολέμων που θα μπορούσαν να γίνουν στο μέλλον,
και που θα είναι προορισμένοι να ¨αποδείξουν¨- μέσα από τις συντριπτικές αρετές της δύναμης
την υπεροχή των αμερικάνικων προϊόντων, και των καρπών του αμερικάνικου ιδρώτα σ’ όλα τα πεδία της δυνατής δραστηριότητας και του δυναμισμού της δύναμης.
Γιατί είναι ανάγκη να παράγουν,
πρέπει μ’ όλα τα μέσα των πιθανών δραστηριοτήτων να αντικατασταθεί η φύση οπουδήποτε μπορεί να
αντικατασταθεί,
πρέπει να βρουν στην ανθρώπινη αδράνεια ένα μεγαλύτερο πεδίο απασχόλησης,
πρέπει ο εργάτης να έχει με τι να καταπιαστεί,
πρέπει να δημιουργηθούν καινούργιες δραστηριότητες, και επιτέλους να επέλθει η βασιλεία όλων αυτών των κάλπικων κατασκευασμένων προϊόντων, όλων αυτών των ευτελών συνθετικών υποκατάστατων
με τα οποία δεν έχει τίποτα να κάνει η όμορφη αληθινή φύση,
που πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της μια για πάντα και ντροπαλά σ’ όλα τα θριαμβευτικά προϊόντα της
νοθείας,
όπου το σπέρμα όλων των εργοστασίων της τεχνητής γονιμοποίησης
θα βρει επιτέλους
που να χρησιμοποιηθεί.
Όχι πια φρούτα, δέντρα, όσπρια, φαρμακευτικά φυτά, και κατά συνέπεια, όχι πια τροφές
αλλά συνθετικά προϊόντα μέχρι σκασμού,
μέσα στους ατμούς,
μέσα στις ιδιάζουσες διαθέσεις της ατμόσφαιρας, στους ειδικούς άξονες των ατμοσφαιρών των βγαλμένων με το ζόρι, που έχουν για σύνθεση τις αντιστάσεις μιας φύσης που ο πόλεμος και από τον πόλεμο δεν γνώρισε άλλο από τον φόβο.
Ζήτω ο πόλεμος λοιπόν, έτσι δεν είναι;
Γιατί ο πόλεμος είναι αυτό που οι Αμερικάνοι ετοίμασαν και ετοιμάζουν μέρα με την μέρα.
Για να υποστηρίξουν αυτή την ανούσια διαμόρφωση απ’ όλους εκείνους τους ανταγωνισμούς που δεν θα λείψουν να
εμφανιστούν από παντού,
χρειάζονται στρατιώτες, στρατοί, αεροπλάνα, τεθωρακισμένα.
Εξ’ ου και όλο αυτό το σπέρμα,
το οποίο η αμερικάνική κυβέρνηση είχε την ξετσιπωσιά να σκαρφιστεί.
Γιατί υπάρχει παραπάνω απ’ ένας εχθρός
αγαπητέ μου,
εμείς, οι καπιταλιστές,
και ανάμεσα σ’ αυτούς τους εχθρούς,
η Ρωσία του Στάλιν
που δεν έχει βέβαια έλλειψη από οπλισμένα χέρια.
Όλα αυτά είναι θαυμάσια,
δεν είχα όμως τους Αμερικάνους για πολεμοχαρείς.
Για να χτυπήσεις όμως πρέπει να χτυπηθείς,
και ίσως να είδα πολλούς Αμερικάνους στον πόλεμο
αλλά είχαν πάντα μπροστά τους στρατιές ολόκληρες
από τανκς, αεροπλάνα, τεθωρακισμένα
που τους χρησίμευαν για ασπίδες.
Είδα πολλές φορές τους Αμερικάνους και τις μηχανές τους να μάχονται.
Είδα πολλές φορές τις μηχανές να μάχονται
αλλά τους άνδρες που τα οδηγούσαν
τους είδα τραβηγμένους
στα μετόπισθεν.
Μπρος σ’ ένα λαό που ταΐζει τ’ άλογά του, τα βόδια του και τα γαϊδούρια του με τους τελευταίους τόνους αληθινής μορφίνης που του μένουν ακόμα πριν την αντικαταστήσει με τα υποπροϊόντα του καπνού,
προτιμώ τον λαό που τρώει την ίδια του τη γη, την γη όπου γεννήθηκε,
μιλώ για τους Ταραχουμάρα
που τρώνε το Πεγιότ από την ίδια τη γη
ενώ γεννιέται,
και που σκοτώνει τον ήλιο για ν’ ανακηρύξει το βασίλειο της μαύρης νύχτας,
και σπάει τους σταυρούς των χώρων ώστε οι χώροι του διαστήματος να μην μπορούν πια να συναντηθούν ούτε να διασταυρωθούν.


«Για να τελειώνουμε
Με την υπόθεση
Του Θεού»
Αντονέν Αρτώ

Μετάφραση: Λυδία Κουβάτσου
Εκδόσεις: Αιγόκερως (1987)

Photo: Keith Karter (2005)- Darwin’s Dream

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Τη νύχτα όμως...




Τη νύχτα όμως, μέσα στον ύπνο τους,
χτυπούν με τη γροθιά το στήθος τους ώσπου να το μα-
τώσουν
γιατί το αμφίστομο όνειρο τους ψυθυρίζει στο πο-
νεμένο σημείο του μυαλού
πως το πρωί, όταν ξυπνήσουν, πάλι θα βρουν
το ένα πόδι τους κομμένο σύρριζα με το πριόνι
και πεταμένο κάτω από το κρεβάτι.
Ανελέητο όνειρο. Ανελέητο σαν την ουσία όλων
των ονείρων
και σαν τη μεγάλη απουσία.




Να δουν τη αδυναμία του χεριού ν’ αγγίξει ένα
άλλο χέρι
που τίποτε στον κόσμο δεν έχει πιο κοντά του,
τον εφιάλτη που φυτρώνει σα δέντρο ενοράσεως
στη γυμνή κοιλάδα των δακρύων της ζωής μας,
το σάπισμα του σώματος, το σώπασμα της μουσι-
κής, τη διάψευση της ελπίδας,
το νύχτωμα της ομορφιάς, το θρίαμβο της από-
τυχίας,
το τέλος των πύρινων επικλήσεων του έρωτα,
την καταξίωση της υπεροψίας,
την επικράτηση της υπεροψίας,
την επικράτηση του αίσχους, την ενθρόνιση του
αίσχους,
τη βασιλική στέψη του αίσχους
μ’ αληθινή πορφύρα και δάφνινο στεφάνι
από ατόφιο χρυσάφι και κάθετο φως,
περίπλοκο νεφρίτη γύρω από το λαιμό και ζώνη
από κραυγές αξεδιάλυτων θηρίων,
και τη σιωπή των διαστημικών εκτάσεων που μας
προσμένουν






Αυτό το πρόσωπο που διασύρεται μέσα στα σεν-
τόνια του,
δεν το χάιδεψε κανένα όνειρο,
ο ύπνος έρχεται σαν συντέλεια για ν’ αποτελειώσει
τον διασυρμό
που άρχισε το φως της γης.
Αυτό είναι το τέλος. Το τέλος έτσι έρχεται.
Κι όταν φτάνει τίποτα δεν το φτάνει.
Η απέραντη κούραση,
το μαρτύριο των εμφανίσεων της σάρκας μέσα στο
μαρτύριο της οράσεως,
οι παθήσεις της αφής,
μια ήπειρος γέρνει και αδειάζει σύσσωμη
μες στο προαιώνιο έλεος της απόλυτης εξουσίας
των πάγων.




(αποσπάσματα - σκόρπια -)

Δημήτρης Δημητριάδης
ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ 1-4
εκδόσεις Άγρα

photo Schielte & Portielje

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

O ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΗ ΧΙΜΑΙΡΑ ΤΟΥ



Κάτω από έναν απέραντο γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, δίχως ένα γαϊδουράγκαθο, δίχως μια τσουκνίδα, συνάντησα πολλούς ανθρώπους που περπατούσαν σκυφτοί. Ο καθένας κουβαλούσε στη πλάτη του μια πελώρια Χίμαιρα, βαριά σαν ένα σακί αλεύρι ή κάρβουνο, ή σαν τον εξοπλισμό ενός Ρωμαίου στρατιώτη του πεζικού.
Αλλά το τερατόμορφο ζώο δεν ήταν ένα άψυχο βάρος∙ αντίθετα, τύλιγε και συμπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και δυνατούς μυς του∙ γαντζωνόταν με τα δύο μεγάλα νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του∙ και το μυθικό του κεφάλι δέσποζε στο μέτωπο του ανθρώπου σα μια απ’ αυτές τις φριχτές περικεφαλαίες που φορούσαν οι παλιοί πολεμιστές ελπίζοντας να τρομάξουν περισσότερο τον εχθρό. Ρώτησα έναν απ’ αυτούς τους ανθρώπους να μου πει που πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε πως δεν ήξερε τίποτα, ούτε αυτός ούτε οι άλλοι∙ αλλά πως ήταν ολοφάνερο ότι κάπου πήγαιναν, αφού τους έσπρωχνε μια ακατανίκητη ανάγκη να περπατήσουν.
Και κάτι άξιο περιέργειας: κανείς απ’ αυτούς τους ταξιδιώτες δεν φαινόταν εξοργισμένος με το άγριο θηρίο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του και κολλημένο στη ράχη του∙ θα’ λεγε κανείς ότι το λογάριαζε σα μέρος του εαυτού του. Όλα αυτά τα κουρασμένα και σοβαρά πρόσωπα δεν έδειχναν καμιά απελπισία∙ κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βυθισμένα μέσα στη σκόνη μιας γης το ίδιο απελπισμένης μ’ αυτόν τον ουρανό, βάδιζαν με το υποταγμένο πρόσωπο αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα.
Και η πομπή πέρασε πλάι μου και βυθίστηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του ορίζοντα, στο σημείο που η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη ξεφεύγει από την περιέργεια της ανθρώπινης ματιάς.
Και για λίγα λεπτά μ’ έπιασε το πείσμα να θέλω να καταλάβω αυτό το μυστήριο∙ αλλά γρήγορα η ακατανίκητη Αδιαφορία με κυρίεψε, και βρέθηκα πιο βαριά εξουθενωμένος εγώ παρά αυτοί από τις συντριπτικές τους Χίμαιρες.



«Η Μελαγχολία του Παρισιού»
Κάρολος Μπωντλαίρ

Μετάφραση: Εύα Μυλωνά
«Όταν οι άγγελοι περπατούν»
Ανθολογία πεζού ποιήματος
Στρατής Πασχάλης
Εκδόσεις: Μεταίχμιο

Photo: Robert & Shana ParkeHarrisson
Study for Bloodline (1995)

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Άννα Αχμάτοβα ..."πέντε άλφα,μια παρατεταμένη κραυγή"



ΡΕΚΒΙΕΜ
(απόσπασμα)

Αντί προλόγου


Στα φοβερά χρόνια της γιεζόβσινα, πέρασα δεκαεφτά μήνες περιμένοντας στην ουρά μπροστά στις φυλακές του Λένιγκραντ. Μια μέρα, κάποιος με «αναγνώρισε». Τότε μια γυναίκα που στεκόταν πίσω μου και δεν είχε ακούσει βέβαια ποτέ της το όνομά μου ξύπνησε απ’ την άκαμπτη νάρκη όπου πέφταμε όλοι μας και με ρώτησε με τα μελανιασμένα χείλη της, σκύβοντας στ’ αυτί μου(εκεί όλοι μίλαγαν ψιθυριστά):
- Κι αυτό μπορείτε να το περιγράψετε;
Κι εγώ της είπα:
- Μπορώ.
Τότε, κάτι σαν χαμόγελο γλίστρησε πάνω σ’ αυτό που ήταν κάποτε το πρόσωπό της.


1 Απριλίου 1957, Λένιγκραντ



Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

photo Michael Kenna
"Balcony, Peterhof Russia" (1999)