Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

η πείνα



Και τώρα πεινούσα, ένιωθα τα’ άντερά μου να στριφογυρίζουνε μέσα στην κοιλιά σα φίδια, και το πρόβλεπα δεν ήτανε γραφτό να δω φαϊ εκείνη τη μέρα. Κι όσο περνούσε ο καιρός αισθανόμουν πως έχανα τις δυνάμεις μου, εξασθενούσα σωματικά και ηθικά, κάθε μέρα και κατερχόμουνα σε ταπεινότερες πράξεις, όσο πήγαινε και λιγότερο τίμιες. Με τη μέθοδο της ψεφτιάς κατάφερνα να κοροϊδεύω τον κοσμάκη, να μην πληρώνω το νοίκι μου, ή αναγκαζόμουνα να παλεύω με τις πιο πρόστυχες διαθέσεις. Διανοούμουν να πουλήσω μια κουβέρτα ξένη, κι όλα αυτά χωρίς την παραμικρότερη τύψη, χωρίς καθόλου να ταραχτεί η κυρία συνείδησή μου. Η ψυχή μου σάπιζε, ήτανε κάτι μέσα μου κάτι σα μαύρη μούχλα. Και ο Θεός από ψηλά, ο οφθαλμός του Θεού, με παρακολουθούσε άγρυπνα, κι έβλεπε πως η κατάπτωσή μου, η καταστροφή μου γινότανε με όλους τους κανόνες της τέχνης, αδιάκοπη, μονότονη, αργή. Στις αβύσσους όμως της κόλασης παραμόνευαν οι δαιμόνοι και δεν βλέπανε την ώρα πότε θα κάνω κανένα μεγάλο σφάλμα, καμιάν αμαρτία ασυγχώρετη, για να με γκρεμίσει στα τάρταρα εν τη δικαιωσύνη του Θεού…
Εβίασα το περπάτημά μου, πήγαινα όλο και γρηγορότερα, γύρισα ξαφνικά αριστερά κι έφθασα οργισμένος κι ερεθισμένος σε μια πολυτελέστατη σκαλιστή είσοδο∙ δεν κοτντοστάθηκα καθόλου, δεν αργοπόρησα ούτε δευτερόλεπτο, κι όμως μου εντυπώθηκε ευθύς όλος εκείνος ο περίεργος ρυθμός αυτής της εισόδου, τα περίεργα σκαλίσματα, τα στολίδι τα, οι πλάκες, όλα μου’ μειναν στο μυαλό καθώς πηδούσα τις σκάλες. Χτύπησα δυνατά το κουδούνι στο δεύτερο πάτωμα. Για ποιο λόγο να σταθώ ίσα ίσα στο δεύτερο πάτωμα; Και για ποιο λόγο να τραβήξω εκείνο ακριβώς το κουδούνι που ήτανε κείθε, μέσ’ απ’ τη σκάλα;

Ήρθε μια νέα κυρία και μου άνοιξε∙ φορούσε ένα σταχτί φόρεμα γαρνιρισμένο με μαύρο. Με κοίταξε μια στιγμή σαστισμένη, έπειτα κούνησε το κεφάλι τα και μου’ πε:

-Δεν έχουμε τίποτα σήμερα. Κι έκαμε να κλείσει.

Για ποιο λόγο με δεχότανε έτσι από την πρώτη στιγμή αυτό το πρόσωπο; Μ’ έπαιρνε αδίσταχτα για ζητιάνο! Αυτό  μ’ έκανε να συνεφέρω. Έβγαλα το καπέλο μου, είχα ακούσει καλά αυτό που μου ‘χε πει, και της είπα με τη μεγαλύτερη ευγένεια:

-Σας ζητώ συγνώμη, δεσποινίς, που χτύπησα τόσο δυνατά, δε γνώριζα το κουδούνι. Εδώ θα κάθεται ένας κύριος, άρρωστος, που δημοσίεψε στις εφημερίδες ότι ζητάει έναν άνθρωπο για να το σπρώχνει με το καροτσάκι του;

Συλλογίστηκε λιγάκι σ’ αυτά μου τα λόγια ζητώντας να σχηματίσει ιδέα για το υποκείμενό μου.

-Όχι, είπε επιτέλους, όχι, δεν κάθεται κανείς άρρωστος εδώ.

-Όχι; Ένας γέρος κύριος, δύο ώρες καροτσάκι την ημέρα, σαράντα λεφτά την ώρα;

-Όχι.

-Άλλη μια φορά σας ζητώ συγνώμη, δεσποινίς∙ ο κύριος που ζητώ ίσως κάθεται στο πρώτο. Ήθελα να του συστήσω έναν άνθρωπο που ξέρω και που με ενδιαφέρει. Ονομάζομαι Βέντελ Γιάρλεσπεργκ. – Υποκλίθηκα ξανά και τράβηξα. Η νέα είχε γίνει κατακόκκινη, τόση ήτανε η σύγχυσή της με το αριστοκρατικό όνομα που είχε ακούσει ώστε έμεινε εκεί, καρφομένη στη θέση της, και με κοίταζε καλά καλά καθώς κατέβαινα τις σκάλες.

Είχα ξαναβρεί την ηρεμία μου, και το μυαλό μου ήτανε λαγαρό. Τα λόγια εκείνα της κυρίας, πως δεν είχε να μου δώσει τίποτα σήμερα, ενεργήσανε στα νεύρα μου σαν ψυχρολουσία. Έτσι είχα καταντήσει , καθένας μπορούσε να λέει βλέποντας με :Να εκεί ένας διακονιάρης, ένας απ’ αυτούς που χορταίνουνε παραστέκοντας απόξω απ’ τις πόρτες του κόσμου.

Στάθηκα μπροστά σε μια ταβέρνα και μυριζόμουνα τη μυρωδιά από τα κρέατα που ψήνανε μέσα. Είχα πιάσει κιόλας το πόμολο, έτοιμος να μπω. Ήρθα όμως αμέσως στα συγκαλά μου κι απομακρύθηκα.

Στη Μεγάλη Πλατεία ζήτησα καμιά γωνιά που να καθήσω να ξεκουραστώ λίγο∙ όλα τα παγκάκια ήτανε πιασμένα, ανώφελα έκαμα το γύρο της εκκλησίας. Φυσικά, έλεγα πικραμένος από μέσα μου. Ξανάβαλα μπροστά το δρόμο, πήγα σε μια βρύση κ’ ήπια μια γουλιά νερό. Για να ξαποσταίνω σταματούσα μπρος σε κάθε μαγαζί που απαντούσα. Όταν περνούσε κανένα αμάξι στεκόμουνα και το παρακολουθούσα με τα μάτια. Το κεφάλι μου έβγαινε φωτιές και τα μηνίγγια μου πηγαίνανε να κρεπάρουν∙ το νερό που είχα πιεί μου’ χε κάμει κακό κι αναγκάστηκα πολλές φορές να τραβηχτώ κάπου κει και να κάμω εμετό. Ακλουθώντας αυτό το δρομολόγιο έφτασα ως απάνω στο κοιμητήριο του αφέντη Χριστού. Κάθισα ακουμπώντας τους αγκώνες στα γόνατά μου και το κεφάλι στα χέρια – έτσι κουβαριασμένος υπόφερα λιγότερο∙ δεν αισθανόμουνα και τόσο τον πόνο που μου γρατζούνιζε τα στήθια.

Ένας μαρμαράς πεσμένος  με την κοιλιά πάνω σε μια μεγάλη πλάκα, εκεί δίπλα μου, σκάλιζε κάποια επιγραφή∙ φορούσε γαλάζια γυαλιά.

Αν δε με κρατούσε η ντροπή! Αν τολμούσα να αποταθώ σ’ αυτόνε! Θα του έλεγα όλη την αλήθεια: η κατάσταση είναι ανυπόφορη κι αν εξακολουθήσει έτσι θα πεθάνω!




«Η Πείνα» 1890

Κνουτ Χάμσουν

μετάφραση Βασίλης Δασκαλάκης

εκδόσεις Δωρικός



Sult  1966

σκηνοθεσία Henning Carlsen

Ο Per Oscarson που υποδύεται τον ήρωα του Χάμσουν, είχε τιμηθεί με το βραβείο καλύτερου ηθοποιού Χρυσού Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 1966, ενώ η ίδια η ταινία είχε δεχθεί υποψηφιότητα για το βραβείο Χρυσού Φοίνικα και πολλές άλλες διακρίσεις.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

when the night comes




When the Night Comes
 Dan Auerbach


... καληνύχτα στους αγαπημένους που ξαγρυπνάν τον ύπνο μας

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

hands







«Δεν είχα Μονάρχη στη ζωή μου, και δεν μπορώ να κυβερνήσω τον εαυτό μου, κι όταν προσπαθώ να οργανωθώ – η μικρή μου Δύναμη τινάζεται – και μ’ αφήνει γυμνή, καμένη»
(Γ 271)



«Καλύτερα στη Σειρά των Ξυπόλητων. Βρίσκεται το βάδισμά μου ¨σπασμωδικό¨ - Κινδυνεύω – Κύριε»
(Γ 265)




Έμιλυ Ντίκινσον


photo: Tina Modotti “hands”

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

... Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!



                              αναζήτηση




Οι πολιτείες ήτανε λευκές, οι νύχτες φορτωμένες

βαρειές αναμνήσεις

Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι αναπό-

τρεπτα ταξίδια

Τώρα πια δε φωνάζω τώρα πια δε σκέφτομαι κάτι

σταμάτησε μέσα μου

Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη∙ μπο-

ρώ να διακρίνω μια μάσκα χλωμή κι ολότελα

ξένη.



Θα ΄ρθω μια μέρα, γυμνός απ’ αγάπη και μίσος

Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ’ οδηγό τη σιωπή μου

και σύντροφο.

Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα αργά, δείξε

μου κάποιο δρόμο

Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τι-

ποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω.







Μανόλης Αναγνωστάκης

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

1941 – 1971

εκδόσεις στιγμή 1995


από τη συλλογή

«Εποχές»

(ο στίχος στον τίτλο  είναι παρμένος από το ποίημα V από την ίδια συλλογή)



photo Henri Cartier Bresson



                         (2013)

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

1600 μπουκάλια the movie

 

ΤΟ ΕΙΠΑΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΞΑΝΑΛΕΜΕ:ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ


Όσο με παγώνει η σιωπή του θωρακισμένου σφαγείου,
τόσο τους τρομάζει η οργή του παγιδευμένου θηρίου…

… Αυτοί είμαστε. Εμείς και οι χιλιάδες διαδηλωτές, αγωνιστές, καταληψίες, απεργοί, μαχητές των δρόμων. Είμαστε οι άστεγοι και οι ανέστιοι, οι πανκς και οι αλήτες, οι χορτοφάγοι και οι φεμινίστριες, οι ξενύχτηδες και οι εργάτες, οι πένητες και οι αδικημένοι, τα θύματα του ρατσισμού και οι εκδικητές του άδικου…
Από το πρωί της 20ης Δεκέμβρη 2012, από το πρωί που η Κατάληψη Villa Amalias  βρέθηκε στο στόχαστρο της κρατικής καταστολής και της μηντιακής παραπληροφόρησης ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει είναι λίγος, αλλά πυκνός. Είναι χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου οι μηχανισμοί έννομης άσκησης βίας έχουν καταφέρει με τα στρατεύματα τους και τις δικαστικές μηχανορραφίες τους, να κρατήσουν όμηρους 8 συντρόφους και συντρόφισσες μας, να μας αποσπάσουν τον χώρο μας, το Μεγάλο Σπίτι του Κινήματος, να μας κρατήσουν μακριά από τα 2 κτίρια μέσα στα οποία ζούμε ισότιμα, εκφραζόμαστε και δημιουργούμε αντί-εμπορευματικά, στήνουμε υλικοτεχνικές κινηματικές υποδομές και συνδιαμορφώνουμε αυτό-οργανωμένα την Αντίσταση και τον Αγώνα ενάντια στην Εξουσία και τον «πολιτισμό» της. Κατάφεραν να μας λαβώσουν αλλά όχι να μας καθηλώσουν. Μέσα σ’ αυτά τα λίγα μερόνυχτα οι έννοιες της Συντροφικότητας και της Αλληλεγγύης πήραν μπροστά στα μάτια μας σάρκα και οστά και εκφράστηκαν πλατιά, αυθόρμητα, συλλογικά σε κάθε γωνιά αυτής της χώρας, αλλά και έξω απ’ αυτήν. Αυτή η χειροπιαστή πραγματικότητα είναι που μας δίνει τη δύναμη για ν’ αντικρίζουμε την αναγκαιότητα της επανάκτησης ως υλική δυνατότητα της συλλογικής αποφασιστικότητας μας.
Ο πρωθυπουργός με ιδεασμούς εθνικόφρονα αυτοκράτορα Σαμαράς έδωσε μια κομβική εντολή καταστολής, ο ομοϊδεάτης σερίφης του Δένδιας μας βάφτισε «εστία ανομίας» και έστειλε τους έμμισθους πραίτορες του ν’ «αποκαταστήσουν τη νομιμότητα» ενώ οι «κεντροαριστεροί» συγκυβερνήτες τους μαζί με τον «δημοκράτη» δήμαρχο Καμίνη καμώνονται τους πόντιους πιλάτους. Οι αναβαθμισμένοι κοινοβουλευτικά νεοναζί και όλο το φασιστικό σκυλολόι χαίρεται σιωπηλά, βλέποντας τους ένστολους ψηφοφόρους τους να τους ανοίγουν δρόμο και να καταφέρνουν προσωρινά αυτό που δεν κατάφεραν τόσα χρόνια όλες οι προηγούμενες κρατικές και παρακρατικές επιθέσεις εναντίον μας. Megaλοι παπαγάλοι μας βαφτίζουν «βία Αμαλίας», κίτρινες φασιστοφυλλάδες (όπως η Espresso) μας βαφτίζουν «βίλα των μολότωφ» και οι Εισαγγελάτοι ονειρεύονται το «τέλος εποχής» μας. Όμως το ξέρουμε και εμείς το ξέρουν και αυτοί. Η αλήθεια στέκεται ωμή μπροστά στα μάτια όλων αυτών που θέλουν να δουν: μιλούν για ανομία αυτοί που ξεφτιλίζουν τους ίδιους τους νόμους τους, αυτοί που στους πλέον χουντικούς καιρούς της «καλύτερης δημοκρατίας που είχαμε ποτέ» κυβερνούν με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, αυτοί που για να επιβάλουν την ταξική αφαίμαξη και το κοινωνικό σφαγείο, την υποτίμηση της εργασίας και την μαζικοποίηση της ανεργίας, το μπιρ-παρά ξεπούλημα της εναπομείνασας δημόσιας περιουσίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο καθιστούν σε κουρελόχαρτα το ίδιο το σύνταγμα τους και τις αποφάσεις της «δικαιοσύνης» τους. Μιλούν για κουκουλοφόρους οι απόγονοι των κατοχικών κουκουλοφόρων, των δοσίλογων και των μαυραγοριτών. Μιλούν για στρατηγεία της βίας αυτοί που ματώνουν και βομβαρδίζουν με χημικά κάθε απεργία και κάθε διαδήλωση, αυτοί που καταστέλλουν και στοχοποιούν κάθε εργατική κινητοποίηση, κάθε  κατάληψη και αυτό-οργανωμένο χώρο, αυτοί που διώκουν και ποινικοποιούν κάθε εστία αντίστασης και κάθε φωνή ανυπακοής, αυτοί που φυλακίζουν φτωχοδιάβολους και αγωνιστές, αυτοί που στοιβάζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μετανάστες και πρόσφυγες, αυτοί που περιφρουρούν και κανακεύουν τους θρασύδειλους φασίστες μαχαιροβγάλτες, αυτοί που επιβάλλουν με τη βία και το ψεύδος, με τον φόβο και το τρόμο τον κοινωνικό εκφασισμό, την φτωχοποίηση και το ρήμαγμα των ζωής μας. Μιλούν για δημοκρατία αυτοί που εγκαθιδρύουν μ’ ένα καθεστώς μόνιμης έκτακτης ανάγκης τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό.             
Το ξέρουμε και εμείς το ξέρουν και αυτοί Όπως και να βαφτίζουν τα άδεια μπουκάλια μπύρας, το πετρέλαιο της σόμπας και τα στοιχειώδη μέσα αυτοάμυνας και αυτοπροστασίας ενός ανοιχτού κοινωνικού-πολιτικού-πολιτιστικού χώρου που εδώ και δεκαετίες έχει γίνει στόχος πολλών φασιστικών-παρακρατικών δολοφονικών εμπρησμών, επιθέσεων, μαχαιρωμάτων που έχουν αφήσει πίσω τους τραυματισμούς και υλικές ζημιές. Άλλωστε όπως και στις τρείς προηγούμενες αστυνομικές εισβολές που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, έτσι και σ’ αυτήν της 20ης Δεκέμβρη τα «ευρήματα» δεν μπόρεσαν να στηρίξουν ούτε στο ελάχιστο τις προσδοκίες των αστυνομικών επιτελείων περί «οπλοστασίου», «εργαστηρίου παραγωγής μολότοφ» και «κέντρου ναρκομανών». Ότι και αν προπαγανδίζουν, όσο και να γυροφέρνουν την πραγματικότητα, το κρέας ψάρι δεν γίνεται.
Η Κατάληψη Villa Amalias βρέθηκε στο επιχειρησιακό στόχαστρο της καταστολής γι’ αυτό που είναι και για αυτό που κάνει εδώ και 23 χρόνια:  θέλουν να μας σβήσουν από τον χάρτη του κέντρου της αθηναϊκής μητρόπολης γιατί εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες αντί να είμαστε δανειολήπτες και ιδιοκτήτες είμαστε καταληψίες, αντί να βολευόμαστε με την ιδιώτευση και την εξατομίκευση, επιλέγουμε το δρόμο της συλλογικής αντίστασης και του αδιαμεσολάβητου αγώνα,  αντί να συμβιβαζόμαστε με την ανάθεση, την ιεραρχία και τον ετεροκαθορισμό, δρούμε με βάση την αυτενέργεια, την ισότητα, τον αυτό-καθορισμό και αποπειρόμαστε την αυτό-οργανωμένη κάλυψη των αναγκών και των επιθυμιών μας, αντί να ακολουθούμε το αστραφτερό τίποτα του (ξεφτι(λι)σμένου πλέον…) life style και του κέρδους, πραγματώνουμε και προτάσσουμε τον δικό μας αδέσποτο πολιτισμό της αντί-εμπορευματικής έκφρασης και δημιουργίας, αντί να παραμυθιαζόμαστε με την «ανάπλαση» και την «ανάπτυξη» του αθηναϊκού κέντρου, δηλαδή με την επέλαση του κατασκευαστικού κεφαλαίου πάνω στο σώμα αυτής της μητρόπολης, επιλέγουμε να επισκευάζουμε και να διατηρούμε στη ζωή με τα ίδια μας τα χέρια ένα χώρο που τον πονάμε πολύ περισσότερο απ’ όλους τους υπουργούς, απ’ όλους τους εισαγγελείς, απ’ όλους τους δημάρχους. Θέλουν να μας εξαφανίσουν από την πολυεθνική φτωχογειτονιά μας γιατί αντί να μοιρολατρούμε για τη χαμοζωή που μας προσφέρουν, διεκδικούμε στην καθημερινότητα μας τη Ζωή που μας κλέβουν, αντί να φτύνουμε ρατσιστικό δηλητήριο, στεκόμαστε αλληλέγγυοι με τους απόκληρους και τους κυνηγημένους αυτού του κόσμου, αντί να κανιβαλίζουμε τους ακόμα πιο κάτω και να συντασσόμαστε με τους φασίστες, χτίζουμε στις γειτονιές μας γέφυρες επαφής και συμβίωσης ντόπιων και μεταναστών, ανοίγουμε χαρακώματα ενάντια στα φασιστικά πογκρόμ, ορθώνουμε αναχώματα ενάντια στην επέκταση του ρατσιστικού απαρτχάιντ.
Είναι αλήθεια ότι ζούμε το τέλος μιας εποχής, αλλά όχι της δικής μας εποχής. Ο κόσμος της αντίστασης και του αγώνα, ο κόσμος των δεκάδων καταλήψεων και των άλλων αυτοδιαχειριζόμενων χώρων, ο κόσμος των αυτό-οργανωμένων υποδομών αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης, οι χιλιάδες του κόσμου του οποίου η Villa Amalias αποτελεί κομμάτι της ζωής του  και σάρκα από τη σάρκα του είναι εικόνα από το μέλλον, έρχεται από πολύ μακριά και θα πάει πολύ μακρύτερα απ’ όσο θέλουν να πιστεύουν. Κυνηγάνε χίμαιρες θα εισπράξουν εφιάλτες.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕ ΘΑ ΜΑΣ ΣΤΕΡΗΣΕΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΝΗΚΟΥΝ
ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ VILLA AMALIAS
Κατάληψη Villa Amalias
24.12.2012
http://villa-amalias.blogspot.gr/