Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

new day




Κείθε
δώθε
πιο κείθε
/τότε πιο δώθε/
κάθεσαι καλά ή μήπως
μετεωρίζεσαι;
Στην επανάσταση
γρήγορα!











η Ιστορία φυσικά
δεν μας περιμένει
στη στάση του τρόλει






Νίκος Καρούζος
Φαρέτριον [1981]
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Εκδόσεις Ίκαρος

Photo kamil Vojnar
new day

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Ο Γλάρος





Τρέπλιεφ
Σήμερα έκανα κάτι ελεεινό: σκότωσα αυτόν τον γλάρο. Τον αφήνω στα πόδια σας.

Νίνα
Τι σας συμβαίνει; [Σηκώνει το γλάρο και τον κοιτάζει.]

Τρέπλιεφ [ύστερα από παύση]
Έτσι σε λίγο θα σκοτώσω και τον εαυτό μου.

Νίνα
Δεν σας αναγνωρίζω.

Τρέπλιεφ
Ναι, όπως δεν σας αναγνωρίζω πια κι εγώ…



{ Έχω μουσαφίρη το ζωγράφο Λεβιτάν. Χθες βγήκαμε μαζί και κυνηγήσαμε μπεκάτσες. Αυτός χτύπησε μια, το πουλί πληγώθηκε στο φτερό κι έπεσε σ’ ένα νερόλακκο. Πάω κι εγώ να το πιάσω. Έχει μια μακριά μύτη, μαύρα μεγάλα μάτια και φτερωσιά θαυμάσια. Τι να κάνομε τώρα… Ο Λεβιτάν μορφάζει με θλίψη, κλείνει τα μάτια του και με παρακαλεί με τρεμουλιαστή φωνή: «Χτύπα του, καλέ μου, το κεφάλι πάνω στο κοντάκι του τουφεκιού». Του λέω: «Δεν μπορώ». Αυτός συνεχίζει να κουνά νευρικά τους ώμους του, να τρεμουλιάζει και να με παρακαλά, η μπεκάτσα συνεχίζει να με κοιτάζει με απορία. Αναγκάστηκα να υπακούσω τον Λεβιτάν και ν’ αποτελειώσω το πουλί. Και τώρα, μέσα στον κόσμο υπάρχει ένα ωραίο ερωτευμένο πλάσμα λιγότερο, όσο που δύο ηλίθιοι γυρίζουν στο σπίτι και στρογγυλοκάθονται στο τραπέζι να φάνε…

Από επιστολή του Α.Π. Τσέχωφ στον Α.Σ. Σουβόριν, Μελίχοβο, 8 Απριλίου 1892 – Άντον Τσέχοφ, Αλληλογραφία, μτφρ. Μέλπω Αξιώτη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1970 }




Νίνα
Θα χωρίσουμε και… μπορεί να μην ξανασυναντηθούμε. Πάρτε αυτό, σας παρακαλώ: ένα μικρό ενθύμιο από μένα. [Του δίνει ένα μενταγιόν]. Έβαλα να χαράξουν τα αρχικά σας… κι από πίσω τον τίτλο του βιβλίου σας «Μέρες και Νύχτες».

Τριγκόριν
Τρισχαριτωμένο! [Φιλάει το μενταγιόν] Πανέμορφο δώρο!

Νίνα
Να με σκέφτεστε καμιά φορά.

Τριγκόριν
Θα σας σκέφτομαι. Θα σας σκέφτομαι όπως ήσασταν εκείνη την υπέροχη μέρα τις προάλλες - θυμάστε;- με το ανοιχτόχτωμο φουστάνι… Είχαμε εκείνη τη συζήτηση… ήταν κι εκείνος ο άσπρος γλάρος στο παγκάκι.

Νίνα [σκεφτική]
Ναι ο γλάρος…


Τριγκόριν [διαβάζει το μενταγιόν]
«Μέρες και Νύχτες, σελίς 121, σειρά 11-12.»


{ Ύστερα από δυο μέρες αγωνίας, πήρα επιτέλους μια απόφαση. Παράγγειλα σ’ έναν αδαμαντοπώλη ένα κοσμηματάκι σε σχήμα μικροσκοπικού βιβλίου. Στη μια πλευρά ήταν χαραγμένες οι λέξεις: «Παραμύθια και διηγήματα Α. Τσέχοφ», στην άλλη: «Σελίδα 267, σειρά 6 και 7». Αν έψαχνες αυτές τις σειρές στον τόμο των διηγημάτων, έβρισκες τη φράση: « Αν χρειαστείς κάποτε τη ζωή μου, έλα και πάρε την.» Μόλις ήταν έτοιμο το κόσμημα, έσβησα από τη θήκη τη διεύθυνση του καταστήματος, έκαμα ένα πακετάκι και το’ στειλα στον αδελφό μου στη Μόσχα, με την παράκληση να το πάει στην σύνταξη της «Ρωσικής Σκέψης». Ο αδελφός μου το’ δωσε στον αρχισυντάκτη Γκόλτσεφ, κι αυτός θα το’ δινε στον Τσέχοφ. Η πράξη αυτή ήταν αποτέλεσμα της αγωνίας μου και της απελπισίας.

Λύντια Αβίλοβα, Ο Τσέχοφ στη ζωή μου, μτφρ. Μέλπω Αξιώτη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1968. }


Τριγκόριν
Σελίς 121, σειρά 11-12. Τι να λέει εκεί; Υπάρχουν σ’αυτό το σπίτι τα βιβλία μου;


Τριγκόριν [ψάχνει στο βιβλίο]
Σελίς 121… σειρά 11-12… Να το… [διαβάζει] «Αν ποτέ σου χρειαστεί η ζωή μου, έλα και πάρ’ την.»
Αν ποτέ σου χρειαστεί η ζωή μου, έλα και πάρ’ την… Αντηχεί τόση θλίψη σ’ αυτή την κραυγή της άδολης ψυχής, που μου ματώνει την καρδιά…
Ας μείνουμε άλλη μια μέρα!



Από το πρόγραμμα της παράστασης:
«Ο Γλάρος»
Άντον Π. Τσέχοφ
Mετάφραση: Αντιγόνη Φιλιπποπούλου
Θέατρο Του Νέου Κόσμου
Χειμερινή Περίοδος 2002-2003

Photo: Kamil Vojnar

http://www.youtube.com/watch?v=PEPm5p-SMZk
Abandoned, Scott Matthew

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011









Τα τρία στάδια







Στην αρχή τα βουνά
είναι βουνά.
Ύστερα παύουν τα βουνά να’ ναι βουνά.
Τέλος και πάλι τα βουνά είναι βουνά.







ζεν



















«Οι Μυστικοί της Ανατολής»
Γιάννης Υφαντής
εκδόσεις: Ερατώ

photo: Josephine Sacabo
“las palomas”
“volando”

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

νυχτερινά…



ο κρότος της πόρτας που κλείνει την βρήκε ακριβώς να τραβάει την κουρτίνα του μπάνιου έστρεψε προς την κατεύθυνση του ήχου ασυναίσθητα το κεφάλι ξαναγύρισε τράβηξε απ’ το πιαστράκι την πετσέτα και άρχισε να σκουπίζεται πάει κι αυτός σκέφτηκε σκουπίστηκε εξονυχιστικά τα πόδια πρώτα ένα ένα λυγισμένα στης μπανιέρας τη βάση το στήθος την πλάτη μετά δευτερόλεπτα αρκετά την ευαίσθητη περιοχή άνοιξε έξω και περπάτησε ελεύθερη μέχρι την βρύση στην κουζίνα γυμνή τα πέλματα της ξυπόλητη ακούγονται στα πλακάκια αφήνουν σημάδια που εξατμίζοντ’ εφήμερα κινήθηκε αθόρυβα δίχως φως μόνη αυτή σαν αερικό στο σκοτάδι να λαμπυρίζει η γύμνια της μες τα νοικιασμένα δωμάτια σαν την παλάμη της τόσα χρόνια οι τοίχοι γλιστράνε κι απομακρύνονται μόνοι τους τις νύχτες σαν την αισθάνονται να εγείρεται ανατριχιάζοντας απαλά απ’ την απότομη ψύχρα να σβήσει την δίψα της γύρισε στο δωμάτιο με μια πλακωμένη καρδιά διάθεση βαριά από εκείνες τις δυσάρεστες φορές που ο οργασμός αφήνει μια επίγευση δυσάρεστη στη ψυχή βαρυθυμία ένα συναίσθημα ανολοκλήρωτο πέταξε από πάνω της την πετσέτα κι έμεινε απελευθερωμένη τελείως γυμνή με κάποιο απροσδιόριστο συναίσθημα μελαγχολίας να βαραίνει το στήθος της ...
ανατρίχιασε ελαφρά πίεσε το μυαλό της ν’ αλλάξει κατεύθυνση θα μπορούσα ίσως και να το πάρω απόφαση αυτό θα έκανε πιο εύκολα τα πράγματα θα σταματούσα τουλάχιστον να ελπίζω η διάψευση της ελπίδας αυτό είναι το πλέον αβάσταχτο ένα μαρτύριο που σε κατατρώγει βαθμηδόν πέρα για πέρα φριχτό και τι ζωή θα ήταν απ’ την άλλη δίχως ελπίδα κι αυτή αφυδατωμένη ζωή πάντως τουλάχιστον δεν θα χρειαζόταν να εφευρίσκω δικαιολογίες μια δήθεν απελευθέρωση να παρουσιάσω ένα πρόσωπο άλλο αλλά σε ποιόν και γιατί ποιόν να κοροϊδέψεις τουλάχιστον αξιοπρεπής μέσα στη δυστυχία να στέκεσαι όρθια γιατί υπάρχει πολλή δυστυχία στον κόσμο μοναξιά πολλή και δυστυχία στον κόσμο οι άνθρωποι περιφέρονται ψάχνοντας εναγώνια κάτι νομίζοντας πως πρέπει μόνο ν’ απολαμβάνουν δίχως τίποτε ποτέ να θυσιάζουν τώρα στις πολιτείες τις νύχτες μια μαύρη σιωπή κάτω από τους στύλους ηλεκτροδοτήσεως χιλιάδες απατημένες καρδιές μέμφονται τη μιζέρια τους όλα είναι τόσο ανόητα τόσο βλακωδώς ανυπόφορα θυμήθηκε ...


Ζ. Δ. Αϊναλής
«Αποσπάσματα»
Το Κορίτσι Που Του Άρεσε Να Διηγείται Βρώμικες Ιστορίες
Εκδόσεις: Γαβριηλίδης

photo: Joy Goldkind - adagio

http://www.youtube.com/watch?v=7GgXqIf9h4s
(Μiles Davis - Kind of Blue)

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

café muller



Director and choreographer Pina Bausch (July 27, 1940 - June 30, 2009) "Cafe Muller" (1978, TV version 1985) Cast: Pina Bausch, Malou Airaudo, Domenique Mercy, Jan Minarik, Nazareth Panadero, Jean Laurent Sasportes. Musiс by Henry Purcell / "The Fairy Queen" and "Dido and Aeneas"

το σώμα που… πάντα… λύπη

http://www.youtube.com/watch?v=6dNhE9XkhAA

café muller



café muller pina bausch 1978

http://www.youtube.com/watch?v=dtqrqjERhkQ

The Man I love



The Man I Love - PINA BAUSCH (Gershwin)1983

http://www.youtube.com/watch?v=8rK6TJyGAHw

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Έγκλημα, τιμωρία, λεφτά, δολοφονία συνταξιούχου





[Σοφία Κορώνη - Κατερίνα Κλειτσιώτη]
[Γιάννης Λεάκος - Χρυσή Βιδαλάκη - Κατερίνα Κλειτσιώτη]


Έγκλημα, τιμωρία, λεφτά,
δολοφονία συνταξιούχου

του Ματίας Άντερσον, από την Ομάδα Νάμα

Έως Κυριακή 25 Μαΐου ’11, παρατείνονται οι παραστάσεις του έργου με τίτλο «Έγκλημα, τιμωρία, λεφτά, δολοφονία συνταξιούχου» του Σουηδού συγγραφέα Ματίας Άντερσον σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη από την ομάδα ΝΑΜΑ στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου Επί Κολωνώ.
Τι σημαίνει έγκλημα; Μπορεί να υπάρξει δικαιολογημένη βία; Ποιος έχει την ικανότητα και κυρίως το δικαίωμα να το κρίνει αυτό; Ο Ματίας Άντερσον κινείται γύρω απ’ τα ερωτήματα που απασχόλησαν και τον Ντοστογιέφσκι πριν περίπου 150 χρόνια. “Γεννάει τάχα η αρρώστια το έγκλημα, ή το ίδιο το έγκλημα από τη φύση του, συνοδεύεται πάντα από κάτι που μοιάζει με αρρώστια;” αναρωτιέται ο Ρασκόλνικοφ στο Έγκλημα και Τιμωρία. Θα μπορούσαμε άραγε να εκλάβουμε την ανθρώπινη εξαθλίωση, την φτώχεια ή τη νοσούσα κοινωνία εν γένει, ως τέτοια αρρώστια;
Ο κεντρικός ήρωας του έργου του Άντερσον, ένας επίδοξος συγγραφέας, εμπνεόμενος από το Έγκλημα και Τιμωρία, αποπειράται ενώπιον ενός ακροατηρίου, να ολοκληρώσει ένα πολλά υποσχόμενο έργο, που φιλοδοξεί να σχολιάσει σημερινές κοινωνικές καταστάσεις. Η απειρία του εν λόγω αφηγητή – συγγραφέα θα οδηγούσε το έργο σε μια επιφανειακή προσέγγιση, αν οι στερεοτυπικοί κοινωνικοί χαρακτήρες του, που ζωντανεύουν μέσα από τις σκέψεις του, δεν αυτονομούνταν φέρνοντάς τον σε αμηχανία και δεν ζωντάνευαν με χιούμορ τη δική τους αληθινή εκδοχή.
Ο Άντερσον με αυτόν τον ευρηματικό τρόπο θέτει ξανά τα παραπάνω ερωτήματα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο, για να σχολιάσει με ανατρεπτικό χιούμορ προβλήματα της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας.
Η Ομάδα Νάμα μετά το «Ροτβάιλερ» καταπιάνεται και πάλι με ένα έργο που εστιάζει σε σύγχρονα κοινωνικά θέματα που κινείται όμως αυτή τη φορά με χιούμορ, στα όρια μεταξύ ρεαλισμού και μαύρης κωμμωδίας.

ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Γιάννης Ράμος
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου
Κοστούμια: Δάφνη Λαρούνη, Γ.Χατζηνικολάου, Μαρία Αναματερού
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Δάφνη Λαρούνη
Μουσική επιμέλεια: Δάφνη Λαρούνη, Φίλιππος Ράσκοβιτς
ΔΙΑΝΟΜΗ
Μπγιόρν/Ρασούλ: Γιάννης Λεάκος
Μέρτα: Χρυσή Βιδαλάκη
Λέιλα: Κατερίνα Κλειτσιώτη
Γιασμίν: Σοφία Κορώνη

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Άνοιξη



Ένα Όνειρο: Η Ζωή


γύρω από τον κορμό
του ωραίου δέντρου
ελίσσεται
και χορεύει
η ωραία
μιγάς

το δέντρο είναι ολάνθιστο
αλλά και το κορμί
της ωραίας μιγάδος
ωσαύτως:
απ’ τα λουλούδια – τις ρώγες – των μαστών της
τη λαμπρότητα της απαλής κοιλιάς
των σφαιρικών γλουτών
των άψογων μηρών
στο φουντωτό σκοτεινό δάσος της ηβικής χώρας
την πλούσια κόμη
όπου σκορπάει τα βαρειά της μύρα
ως κυματίζει ξέπλεκη – ελεύθερα –
σπιθοβολώντας μέσα στη νύχτα

το δέντρο είναι μια μαγνόλια
κι’ η ωραία μιγάς
είναι κι’ εκείνη μια μαγνόλια
χυμώδης
πλούσια
κι΄ηδονική

ποιο είναι ωραιότερο
του ωραίου δέντρου
του ωραίου κορμιού;

τ’ ω ρ α ί ο κορμί
γιατί το δέντρο για πάντα του μνήσκει βουβό
-ούτε κι’ οι πιο τρελλοί ανέμοι δεν ημπορούν
να σείσουν το βαρύ πυκνό φύλλωμα και τα σαρκώδη άνθη-
ενώ τα’ ωραίο το πλούσιο κορμί
πάει κι’ έρχεται
μεθάει παράφορα
κλαδοκορμόριζα
δονείται
και στον
παραμικρό τον ψίθυρο
του
«σ’ αγαπώ»

Νίκος Εγγονόπουλος
«Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες»
Εκδόσεις: Ίκαρος

http://www.youtube.com/watch?v=zc3vZsoE7VI

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Μίλα μου σαν τη βροχή



(…)

ΑΝΔΡΑΣ
Πρέπει να μου μιλήσεις, είναι ανάγκη! Πρέπει να ξέρω, αγάπη μου. Μίλησέ μου. Μίλησε μου σαν τη βροχή, κι εγώ θα’ μαι ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω, θα είμαι ξαπλωμένος…

ΓΥΝΑΙΚΑ
Θέλω να φύγω από δω.

ΑΝΔΡΑΣ
Να φύγεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ
Θέλω να φύγω μακριά!

ΑΝΔΡΑΣ
Μόνη!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι, μόνη! (Ξαναγυρίζει κοντά στο παράθυρο.) Θα πάω να μείνω μ’ ένα ψεύτικο όνομα σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα…

ΑΝΔΡΑΣ
Με τι όνομα;

ΓΥΝΑΙΚΑ
Άννα Τζόουνς… Η καμαριέρα θα είναι μια μικρόσωμη, γερασμένη γυναίκα και όλη την ώρα θα μιλάει για τον εγγονό της… Όταν θα ετοιμάζει το κρεβάτι μου, εγώ θα κάθομαι με τα χέρια μου κρεμασμένα από δω κι από κει, κι εκείνη θα μιλά για τον εγγονό της με ήρεμη, απαλή φωνή…(Κάθεται κοντά στο παράθυρο και πίνει νερό.) Το δωμάτιο θα είναι ήσυχο, μισοσκότεινο και γεμάτο με το μουρμουρητό.

ΑΝΔΡΑΣ
… της βροχής.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι. Της βροχής.

ΑΝΔΡΑΣ
Κι ύστερα;

ΓΥΝΑΙΚΑ
Η αγωνία θα φύγει.

ΑΝΔΡΑΣ

Ναι…

ΓΥΝΑΙΚΑ
Σε λίγο η γριά καμαριέρα θα μου πει «το κρεβάτι σας είναι έτοιμο» κι εγώ θα πω «Ευχαριστώ. Πάρτε ένα δολάριο απ’ την τσάντα μου». Έπειτα η πόρτα θα κλείσει και θα μείνω πάλι μόνη μου. Τα παράθυρα θα είναι ψηλά, με γαλάζια παντζούρια, κι απ’ έξω θα πέφτει ασταμάτητα η βροχή. Η ζωή μου θα μοιάζει με το δωμάτιο: ήσυχη, μισοσκότεινη και γεμάτη με το μουρμουρητό…

ΑΝΔΡΑΣ
… της βροχής.

ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι, της βροχής. (…) Δε θ’ αντέχω στην παραμικρή κούραση… Θα’ χω λίγη δύναμη ίσα ίσα να κατεβαίνω στην ακρογιαλιά για ένα μικρό περίπατο. Θα βρω εκεί ένα ήσυχο μέρος να κάθομαι και θ’ ακούω από μακριά την ορχήστρα να παίζει χαρούμενη μουσική, την ώρα που θ’ αρχίζει να σκοτεινιάζει… Θα’ χω ένα μεγάλο δωμάτιο με γαλάζια παράθυρα, και κάθε μέρα θ’ ακούω τη βροχή να πέφτει, να πέφτει αδιάκοπα… Και θα’ μαι τόσο κουρασμένη από τη ζωή μου στη πόλη, που η βροχή δε θα με πειράζει καθόλου. Θα είμαι τόσο ήρεμη. Οι ρυτίδες θα φύγουν από το πρόσωπό μου και τα μάτια μου δε θα’ ναι πια φλογισμένα. Δε θα’ χω κανένα φίλο, κανένα γνωστό… Κι όταν θα θέλω να ξανακοιμηθώ θα γυρίζω στο μικρό μου ξενοδοχείο. (…) Δε θα’ χω ιδέα τι θα γίνεται στον κόσμο, κι ούτε θα νιώθω τον καιρό πως περνάει… Ώσπου μια μέρα θα κοιτάξω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και θα δω πως τα μαλλιά μου θα’ χουν αρχίσει ν’ ασπρίζουνε. Και τότε, για πρώτη φορά, θα καταλάβω πως έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο μόνη, με ψεύτικο όνομα, χωρίς κανένα φίλο και κανένα γνωστό, πάνω από είκοσι πέντε χρόνια. Θα ξαφνιαστώ λιγάκι μ’ αυτό, δε θα στεναχωρηθώ όμως καθόλου. Θα’ μαι ευχαριστημένη που ο καιρός πέρασε τόσο εύκολα… Καμιά φορά μπορεί να πηγαίνω στον κινηματογράφο. Θα βλέπω στο πανί φανταστικούς ήρωες και φανταστικές ιστορίες, κι όταν θα επιστρέφω στο δωμάτιό μου θα διαβάζω παλιά βιβλία και ημερολόγια πεθαμένων συγγραφέων. Και θα τους νιώθω τόσο κοντά μου, όσο δεν ένιωθα ποτέ κανέναν απ’ όσους γνώριζα πριν αποτραβηχτώ από τον κόσμο… και θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο στο χέρι, ενώ έξω θα βρέχει. Θα ξυπνάω για μια στιγμή, θ’ ακούω το μουρμουρητό της βροχής, και πάλι θα κλείνουν τα μάτια μου, και θα βρέχει, θα βρέχει αδιάκοπα… Κι ένα βράδυ που θα’ χω γυρίσει από τον κινηματογράφο, μονάχη μου, θα κοιτάξω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και θα δω τα μαλλιά μου να’ χουν γίνει κάτασπρα. Κάτασπρα σαν τον αφρό των κυμάτων… Θεέ μου, πόσο αδύνατη θα’ χω γίνει, σχεδόν διάφανη! Και τότε θα καταλάβω, σαν μέσα σε όνειρο, πως έμεινα σ’ αυτό το ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα, χωρίς αγωνίες και στεναχώριες, πενήντα ολόκληρα χρόνια. Μια ζωή. Δεν θα θυμάμαι ούτε καν τα ονόματα των ανθρώπων που γνώριζα πριν, ούτε και τι θα πει να περιμένει κανείς κάποιον που μπορεί και να μην έρθει ποτέ… Έτσι, κοιτάζοντας το πρόσωπό μου στον καθρέφτη, θα καταλάβω πως ήρθε πια για μένα ο καιρός να περπατήσω ακόμη μια φορά στην ακρογιαλιά, ενώ από παντού θα με χτυπάει ο μεγάλος άνεμος, ο καθαρός αέρας που έρχεται από τα πέρατα του κόσμου, από τις μακρινές παγωμένες περιοχές του διαστήματος, από τους χώρους που απλώνονται πιο πέρα κι από την τελευταία γωνιά του διαστήματος. Ναι… Εκείνη τη νύχτα θα κατέβω στην ακρογιαλιά. Θα περπατώ μες τον άνεμο, κι όλοένα θ’ αδυνατίζω…

ΑΝΔΡΑΣ
Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου…

ΓΥΝΑΙΚΑ
…θ’ αδυνατίζω, θ’ αδυνατίζω, θ’ αδυνατίζω…(Ο ΑΝΔΡΑΣ πηγαίνει κοντά της και τη σηκώνει δια της βίας από τη καρέκλα.) Ώσπου στο τέλος δε θα’ χω καθόλου σώμα κι ο άνεμος θα με τυλίξει στ’ άσπρα και παγωμένα χέρια του για πάντα και θα με πάρει μαζί του μακριά!

ΑΝΔΡΑΣ (Πιέζει το στόμα του στο λαιμό της)
Έλα στο κρεβάτι μαζί μου!

ΓΥΝΑΙΚΑ
Θέλω να φύγω. Θέλω να φύγω μακριά! ( Ο ΑΝΔΡΑΣ την αφήνει. Εκείνη προχωράει στη μέση του δωματίου, μην μπορώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς της, και κάθεται στο κρεβάτι. Ο ΑΝΔΡΑΣ αναστενάζει και σκύβει έξω από το παράθυρο, ενώ η βροχή δυναμώνει. Η ΓΥΝΑΙΚΑ ανατριχιάζει και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος της. Οι λυγμοί της σβήνουν, αλλά ανασαίνει με δυσκολία. Ο ΑΝΔΡΑΣ εξακολουθεί να είναι σκυμμένος έξω από το παράθυρο. Στο τέλος εκείνη του λέει απαλά)
Έλα στο κρεβάτι μωρό μου…

Ο ΑΝΔΡΑΣ στρέφει το πρόσωπό του στη ΓΥΝΑΙΚΑ σαν χαμένος…




ΤΕΝΝΕΣΗ ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ
«Μίλα μου σαν τη βροχή»
Μονόπρακτα
Απόδοση Νίκος Γκάτσος
Εκδόσεις: Πατάκη

Photo: Josephine Sacabo, “El final”

Barely There


(...)

Δεν έχω σκοτάδι εγώ. Ολόκληρη είμαι στο φως κι ίσως αυτό να σας γοήτευσε σε μένα αυτή είναι η λέπρα μου ότι το φως. Θεέ μου το φως μ’ έχει όλη διαπεράσει και δεν υπάρχει στον κόσμο για μένα σκιά. Να προστατευτώ από αυτό το ανευλαβές φως που πέφτει διαρκώς επάνω μου και διαρκώς αισθάνομαι τα μάτια μου να λείπουν. Αλλά και πάλι μην υποθέσετε ότι τώρα εδώ μπροστά σας στέκομαι και σας εξομολογούμαι σας εμπιστεύομαι. Πράγματα δικά μου μυστικά κι ανομολόγητα και πως θα μπορούσα αφού κανέναν άνθρωπο δεν τον θεωρώ άξιο. Δεν σας θεωρώ άξιο καμιάς εμπιστοσύνης. Σας παρακαλώ υπολογίστε την τρυφερότητα των μισητών μου λόγων και υποδεχτείτε ψύχραιμα την αβλαβή κακία μου για σας που δεν σημαίνει παρά την απαγόρευσή μου να αισθανθείτε το παραμικρό για μένα και να το απαιτήσετε ακόμα κι αν δεν το απαιτήσετε φανερά. Πάντα οι άλλοι μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Με τι βία μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Και την άρνησή μου να την θυμάστε σαν μια απόλυτη σιωπή. Τίποτε δεν υπονοεί κι αν σας μίλησα είναι γιατί είμαι τίμια. Αυτά σε όλους τα έχω πει όλοι από εμένα την ίδια τα έχουν μάθει αυτά που είπα για το φως. Αν και το παραδέχομαι πως δεν υπάρχει ευτελέστερη ανανδρία από την ειλικρίνεια. Είμαι λοιπόν κι εγώ όπως όλοι σας άνανδρη και δειλή. Αφήστε με ήσυχη. Μην ξανάρθετε. Δεν έχω τίποτε να σας πω κι από την αρχή ποτέ δεν είχα τίποτε να σας πω κι αυτός ήταν ο λόγος που αμέσως έκανα έρωτα μαζί σας γιατί δεν είχα απολύτως τίποτε να σας πω. Φύγετε. Και μπορεί να προαισθανθήκατε σωστά γιατί ο μοναδικός τρόπος να ασχοληθώ μαζί σας είναι να σας καταστρέψω. Αλλά ποτέ δεν θα ασχοληθώ με σας τίποτε δεν θα σας προξενήσω κι ούτε κανένας άνθρωπος καταστράφηκε ποτέ από έναν άλλον άνθρωπο. Φύγετε λοιπόν πηγαίνετε να καταστραφείτε μόνος σας. Ανησυχώ για σας. Φοβάμαι ότι στο τέλος θα αυτοκτονήσετε. Ίσως επειδή ποτέ δεν είχατε τους ανθρώπους που θέλατε ενώ σας είχαν πάντα οι άνθρωποι που σας ήθελαν και θα φύγετε με την πικρία της αδυναμίας σας να αναγκάσετε τους άλλους να αισθανθούν. Τόσο το χειρότερο για σας. Πραγματικά σας λυπάμαι – είπε η Ελένη και δάκρυσε – θα είναι κρίμα. Εν τω μεταξύ πλάστε όπως σας αρέσει την φανταστική ιστορία σας μ’ εμένα. Αλλά εγώ δεν θα σας βοηθήσω αν και το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να αποσύρω τη μορφή μου. Δεν θα με ξαναδείτε. Με δυσκολία με κόπο που όσο πάει θα μεγαλώνει η μνήμη σας θα αγωνιά. Θα αγωνίζεται να ξαναφτιάξει τη μορφή μου το πρόσωπό μου το σώμα μου. Έχω ακούσει αλλά το ξέρω κι από τον εαυτό μου πως η μνήμη μας χάνει πολύ γρήγορα και πριν απ’ όλα τα άλλα χάνει τις μορφές εκείνων που αγαπήσαμε. Δεν είναι παράδοξο; Η εικόνα μου στη μνήμη σας θα έχει πια τρυπήσει και θα ξεφεύγω από τις τρύπες κι εσείς με αγωνία με πόνο. Θα προσπαθείτε να κρατήσετε ακέραια όλα μου τα μέλη όμως αυτά θα χάνονται θα γλυστράν μέσα από τα δάχτυλά σας ώσπου τίποτε πια να μη μείνει μέσα σας από τη μορφή μου από μένα. Θα είναι ένα μαρτύριο για σας αλλά εύχομαι. Ειλικρινά σας το εύχομαι ν’ αντέξετε σ’ αυτήν την εξαθλίωση.
-Η Ελένη έκλεισε την πόρτα και βρέθηκα στο σκοτάδι γιατί όλο το φως ερχόταν από μέσα.



«Ο Εχθρός του Ποιητή»
Γιώργος Χειμωνάς
Πεζογραφήματα
Εκδόσεις: Καστανιώτη

Photo: Lauren E. Simonutti, “Barely There (drowning inside)”

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011



Να ξεριζώσουν πρέπει όλοι τα μάγουλα, να θυ-
σιάσουν τα χέρια και το σάλιο,
να γλείψουν μ’ ανεπανόρθωτες μετάνοιες τα σάβανα
των θυμάτων,
να ζητήσουν έλεος για τους σκορπιούς που οργιά-
ζουν μέσα στα στόματα,
να ασκηθούν στον τρόμο της αδυναμίας και στην
πύρινη πλάκα της παραδοχής,
να λατρέψουν την ταπεινότητα του χόρτου,
να δεηθούν στην αλήθεια των εσωτερικών μαστι-
γώσεων,
να ομολογήσουν το λάθος της λύσσας των δοντιών
και
να δοκιμαστούν από την ένταση της αποτυχίας και
να περάσουν από τα μαρτύρια των ατελεύτητων
ενατενήσεων του τέλους και
να ανοιχτούν να ανοιχτούν ν’ ανοιχτούν
σα σφάγια στο άκουσμα των νέων μαθημάτων. Το
μάθημα του χάους,
του μηδενός και του βλέμματος, το μάθημα της
υποταγής και της προσφοράς,
το μάθημα της ανάγνωσης των κινήσεων της καρ-
διάς και του μυαλού
επάνω στην παραπλανητική διάταξη του προσώπου,
το μάθημα της πολύτροπης τρυφερότητας, το μά-
θημα
του αναγκαίου πόνου, του θεοφιλέστατου πό-
νου, του προοριστικού,
το μάθημα της εξάσκησης στην ερημιά και στην
απόγνωση,
το μάθημα του θανάτου τους.
Αλλά πριν,
ικανοί να επωμίζονται το φορτίο του σώματος,
πρέπει να τα δουν όλα.



«Κατάλογοι 1 – 4»
Δημήτρης Δημητριάδης
εκδόσεις Άγρα (1980-1985)

Dan Estabrook – “Crying” (2002)


Ο άνθρωπος είναι το κλείσιμο του κύκλου του
ανθρώπου.
Δεν προλαβαίνουν οι άνθρωποι. Η ζωή,
έλεγε εκείνος ο ανώνυμος που είχε γυρίσει απ’ όλες
τις εκστρατείες,
δε μας αφήνει να φτάσουμε η ζωή αυτό που ξεκινάμε.
Το φτάνουμε έξω από τη ζωή. Κι αυτό είναι η ζωή.
Γιατί η ζωή είναι παράλειψη.
Ο άνθρωπος αρχίζει πέρα από τη ζωή και πέρα
από το θάνατο.
Κι αυτό είναι ο άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος είναι
παράλειψη.



«Κατάλογοι 1 – 4»
Δημήτρης Δημητριάδης
εκδόσεις Άγρα (1980-1985)

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

«Jessamin’s Gown»




Διαβάζεται πρωί και βράδυ

(Morgens und abends zu lesen)

Αυτός που αγαπώ
Μου είπε
Ότι με χρειάζεται.

Γι’ αυτό
Προσέχω τον εαυτό μου
Βαδίζω με προφύλαξη
Και φοβάμαι κάθε στάλα βροχή
Μη και με σκοτώσει



Το κομμένο σκοινί

(der abgerissence Strick)

Το κομμένο σκοινί
Μπορείς να το ξαναδέσεις.
Θα κρατήσει πάλι, ωστόσο
Θα’ ναι κομμένο

Ίσως πάλι ν’ ανταμώσουμε,
Μα εκεί που μ’ άφησες
Δεν πρόκειται ποτέ
Να με ξαναναβρείς.



Όλα αλλάζουν

(Alles wandalt sich)

Όλα αλλάζουν.
Να ξαναρχίσεις
Μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.
Μα ότι έγινε έγινε.
Και το νερό που έριξες στο κρασί σου
Δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις
Ότι έγινε έγινε.
Το νερό που έριξες στο κρασί σου
Δε μπορείς να το ξαναβγάλεις∙
Όλα όμως αλλάζουν.
Να ξαναρχίσεις
Μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.



Σίδερα

(Eisen)

Απόψε στ’ όνειρό μου
Είδα μια μεγάλη καταιγίδα.
Τράνταξε την οικοδομή
Και ξήλωσε
Τη σκαλωσιά
Τη σιδερένια.
Μα ό,τι ήταν από ξύλο
Λύγισε και άντεξε.




Μπέρτολντ Μπρεχτ
«76 Ποιήματα»
Μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη
Εκδόσεις: Θεμέλιο 1979

Photo: Keith Carter
«Jessamin’s Gown»

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Dia de las Muertas




…κι όλα αυτά ήταν ένα βρώμικο ψέμα, σκέφτηκε: το πιστέψαμε, είναι σαν αυτή τη μέρα του χρόνου, που οι πεθαμένοι ξανάρχονται πραγματικά στη ζωή ή όπως σε πληροφορούνε σοβαρά στα λεωφορεία, αυτή τη μέρα των οραμάτων και των θαυμάτων, να μας δόθηκε, χάρη σε κάποια ανάποδη μοίρα, το δικαίωμα να κοιτάξουμε για μια ώρα αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει από τότε που προδόθηκε η αδερφοσύνη, την εικόνα της ευτυχίας μας, την εικόνα αυτού που είναι καλύτερα να σκέφτεσαι πως δεν υπήρξε ποτέ.






«Κάτω από το Ηφαίστειο»
Μάλκολμ Λόουρυ
μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
εκδόσεις: Αστάρτη

Photo: Jack Spencer
“ninas, Dia de las Muertas, Oaxaca Mexico” (2002)

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

...με ψαλμούς ανεξήγητους φτάνω



… πλησίασε στο αυτί μου και μου απάγγειλε. Δεν απάγγελνε αλλά σαν να μου εξομολογιόταν δικά της πράγματα.


ενώ λοιπόν είμαι άρχοντας
και είμαι φτιαγμένος για την διασκέδαση
η φύση με βάρυνε με τη μοίρα
να σκέφτομαι δραματικά
να μην ελευθερώνομαι ποτέ από κάτι που κάνω
και αιώνια να δίνω λόγο για τις πράξεις μου
στην ανάγκη και μόνον αυτό
κάνει έναν άνθρωπο άνθρωπο
και μοναχά αυτές οι μαύρες σκέψεις
κάνουν αυτήν την τάξη που ανήκω
αθάνατη


¨θεέ μου. Ας σταματήσει αυτή η μουσική!¨ ούρλιαξε ξαφνικά και σκέπασε τα αυτιά της ¨δεν αντέχω άλλο¨.

Απάγγειλε πλάι στο αυτί μου


και το κοντάρι εμπήχθηκε στο κορμί του Σαρπηδόνα
εκεί στον μυώνα τον πλατύ όπου πάλλει
η ψυχή του ανθρώπου
στο διάφραγμα- που βαστά την βίαιη καρδιά
τους μίσχους της ανάσας. Ο Σαρπηδόνας έπεσε
ακίνητος- και μόνο οι παλάμες του
μικρά φτερά που έτρεμαν
οι χούφτες του σφίγγαν κι άφηναν το ματωμένο χώμα
και τέντωσε μ’ έναν λυγμό λόγο προς τον αγαπημένο
- Γλαύκε τα όπλα μου μην αφήσεις να μου πάρουν
προστάτεψε το σώμα μου- ξένος να μην το πιάσει
φύλαγε το ανέγγιχτο του σκοταδιού μου δίχτυ
Τον έπιασαν- τον λέρωσαν- τον έσυραν στο χώμα


Σε λίγες ώρες φάνηκαν οι ακτές της Μικράς Ασίας. Το πλοίο γέμισε εκνευρισμό και βιασύνη … Δεν έφευγε από δίπλα μου συνέχιζε και έλεγε


Τότε
ναι- στάθηκα στην άμμο της θαλάσσης
βλέποντας πίσω και πέρα από την βαθειά ακτή
την γενέθλια γη μου να αναθρώσκει
ατμοί τα ασημωμένα μνημεία της
Όλα αγιάζονται στο φως
ό,τι για πάντα θεμελίωσε αυτή η νύχτα
νύχτα που πλέω σ’ ατελείωτα νερά
με ψαλμούς ανεξήγητους φτάνω



«Ο Εχθρός του Ποιητή»
Γιώργος Χειμωνάς
Πεζογραφήματα
Εκδόσεις: Καστανιώτη

http://www.youtube.com/watch?v=d_pUi3c2eII&feature=related

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Chaos is a god with no reflection



Έχω έναν εφιάλτη και φταίει ο Πεισίστρατος. Η ομίχλη πέφτει από έναν άγνωστο ουρανό κι όλα τα πράγματα είναι βουτηγμένα στην ομίχλη – βέβαια η ομίχλη είναι το πιο συνηθισμένο στους εφιάλτες. Τους εφιάλτες θα πρέπει να τους χωρίζουν σε δύο κατηγορίες: στη μιαν ανήκουν οι γνήσιοι, με το τρομαχτικό θέαμα και την διαρκώς αυξανόμενη αγωνία – με μιαν ένταση που όσο πάει κορυφώνεται και στο τέλος πετάγεσαι πάνω φωνάζοντας μικρές ακατάληπτες φράσεις με παράξενη φωνή. Οι άλλοι είναι μια ήρεμη σειρά από εικόνες ασήμαντες, καθημερινές – βλέπεις πρόσωπα γνωστά, φιλικά που σε κοιτάζουν με χαμόγελο ή σου δίνουν το χέρι. Όμως πίσω από τις μακάριες αυτές σκηνές αισθάνεσαι με μιαν αφύσικη καθαρότητα να στέκεται κάποια απίστευτη συμφορά που από στιγμή σε στιγμή την περιμένεις να φανεί, να’ ρθεί απότομα σαν βροντή ή σαν γκρέμισμα τοίχου. Διαισθάνεσαι δίπλα στις γαλήνιες μορφές μια φρίκη, που συνήθως δεν παίρνει μορφή, μιαν απειλή αόριστη. Ωστόσο εδώ δεν υπάρχει ένταση, όλα ξετυλίγονται σε χαμηλό τόνο, με μιαν ύπουλη ακαθοριστία. Γι’ αυτό τέτοιου είδους όνειρα που μπορεί να τα πει κανείς όνειρα με τον εφιαλτικό υπαινιγμό, έχουν αρκετό μάκρος. Ο δικός μου εφιάλτης έχει μια ξεχωριστή μορφή. Μπορεί και να μην είναι εφιάλτης.

Σκηνοθετώ επιδέξια τις φαντασίες μου ζώντας την απουσία της ζωής και μπορώ όχι μονάχα την πλοκή του ονείρου να πλάσω, μα και τις πιο ψιλές, τις έσχατες λεπτομέρειες να σκεφτώ. Τα γραφτά μου δεν θα τα εμπιστευτώ σε άλλον και θα τα κρατάω, θα τα χαίρομαι, θα τα εχθρεύομαι, δεν θα δώσω ποτέ στον εαυτό μου την συναίσθηση της αξίας του. Τον Πεισίστρατο και τις φαντασίες μου που είναι σχετικές με αυτόν ή και τις άλλες, τα λέω παραπανήσιες κινήσεις γιατί έχω στο νου μου την ιστορία κάποιου παλιού μεγάλου ηθοποιού. Ήταν ένας μεγάλος ηθοποιός κι έπαιζε κλασικό θέατρο Σαίξπηρ και Ρακίνα, κι είχε μεγάλη επιτυχία, όμως είχε μια παραξενιά. Αφού τέλειωνε η παράσταση και σβήναν τα φώτα κι έφευγε ο κόσμος όλος κι άδειαζε το θέατρο, ξανανέβαινε πάνω στη σκηνή και μονάχος τώρα χωρίς κανέναν θεατή ζωντάνευε το ίδιο το πρόσωπο που είχε στο έργο, όμως τη φορά αυτή το ζωντάνευε υπερβολικό και παράξενο, έλεγε τα λόγια του, που τα μπέρδευε και με δικά του λόγια, με ανάρμοστη φωνή και άγαρμπους μορφασμούς κι έκαμνε μεγάλες, φοβερές κινήσεις σα να σεληνιαζόταν και γενικά τον ίδιο τον ήρωα, που τον ζωντάνευε καταπώς έπρεπε νωρίτερα, τώρα τον ζωντάνευε με άλλον τρόπο, ασυνάρτητο κι έξαλλο. Όλα αυτά τα έλεγε παραπανήσιες κινήσεις και τα έκαμνε, λέει, γιατί του είχε μπει η έμμονη ιδέα πως το πλήθος παραμόνευε γεμάτο κακία και σαρκασμό μέσα στο σκοτάδι της αίθουσας, έτοιμο να τον κατασπαράξει στην παραμικρή κίνηση ή λέξη που θα ήταν έξω από τον ρόλο, στην παραμικρή παραπανήσια κίνηση που θα του ξέφευγε κι αυτό βέβαια ήταν παράλογο, γιατί αυτός ο ίδιος από την άλλη μεριά ήξερε καλά πόσο τον αγαπούσε και τον θαύμαζε το κοινό. Όμως δεν μπορούσε αλλιώς και του ερχόταν σαν τρέλλα κι όλο φοβόταν και με βία κι αγώνα κρατιόταν στο μέτρο του ρόλου την ώρα που έπαιζε. Γι’ αυτό ύστερα ανακουφιζόταν μ’ ένα σωρό παραπανήσιες κινήσεις και λέξεις κι έτσι ένιωθε ισορροπία και ξανάρχιζε τα ίδια το άλλο βράδυ.


Μια άλλη φορά ήταν νύχτα κι έφυγα από το σπίτι χτύπησα πίσω μου την πόρτα και πήρα τον κατήφορο τρέχοντας και τρίβοντας τους ώμους μου πάνω στους ανώμαλους τοίχους του στενού δρόμου. Βγήκα στην Τσιμισκή κι έτρεχα στο πλατύ πεζοδρόμιο ανάμεσα στους ανθρώπους γιατί ήταν τέτοια ώρα που όλος ο κόσμος κατεβαίνει και κάνει βόλτα στη Τσιμισκή κι έπεφτα πάνω στους ανθρώπους καθώς έτρεχα.Τα ρούχα μου ήταν ακατάστατα κι είχα μια ταραχή στην όψη μου (μέσα μου δεν είχα τίποτα) κι ο ιδρώτας στίλβωνε τη φάτσα μου έτσι είδα σ’ έναν καθρέφτη από εκείνους που είναι μαζί κι επιγραφή έξω από τις πόρτες των μαγαζιών. Έπιανα με την άκρια του ματιού τους ανθρώπους να σταματούν και να με κοιτάζουν και να λένε κάτι – χωμένος μέσα στο πλήθος ελισσόμουν βιαστικός και με τη ψυχή στο στόμα κι ο κόσμος τραβιόταν συγχυσμένος κι είχα αποφασίσει άμα κανένας με σταματούσε και ρωτούσε τι τρέχω και τι μου συμβαίνει είχα αποφασίσει να έλεγα μια λέξη τρομερή. Όμως τέλειωσα τον δρόμο και δεν βρήκα την λέξη κι ούτε κανείς με ρώτησε. Ύστερα γύρισα κομμένος από την κούραση γιατί βέβαια δεν είναι μικρό πράγμα να κάνεις τόσο δρόμο τρέχοντας.



ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΣ
Γιώργος Χειμωνάς
Πεζογραφήματα
Εκδόσεις: Καστανιώτη

Photo: Lauren E. Simonutti
“Chaos is a god with no reflection”

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011



Έμαθα χτες,
(φαίνεται ότι έφτασα καθυστερημένος, ή μπορεί και να είναι μια οποιαδήποτε φήμη, μια από κείνες τις βρώμικες φλυαρίες που διαδίδονται στα πλυσταριά και στα αποχωρητήρια όταν αδειάζονται τα μαστέλα του φαγητού που καταβροχθίστηκε για μια ακόμη φορά),
έμαθα χτες λοιπόν,
μια από τις πιο εντυπωσιακές επίσημες μεθόδους των δημοσίων αμερικάνικων σχολείων που συμβάλλει αναμφίβολα στο να θεωρείται αυτή η χώρα η πρωτοπορία της προόδου.
Φαίνεται πως μεταξύ των εξετάσεων και των δοκιμασιών που υφίσταται ένα παιδί που μπαίνει για πρώτη φορά σε δημόσιο σχολείο, είναι και η δοκιμασία η λεγόμενη του σπερματικού υγρού ή του σπέρματος
και που συνίσταται στο να ζητήσουν απ’ αυτόν τον καινούργιο μαθητή λίγο από το σπέρμα του για να το βάλουν σε μια φιάλη και μ’ αυτό τον τρόπο να το διατηρήσουν έτοιμο για όλα τα πειράματα τεχνητής γονιμοποίησης που θα μπορούσαν να επιχειρήσουν.
Γιατί οι Αμερικάνοι όλο και περισσότερο ανακαλύπτουν πως τους λείπουν χέρια και παιδιά,
όχι εργάτες δηλαδή,
αλλά στρατιώτες,
και θέλουν πάσει θυσία και με οποιοδήποτε κόστος να κατασκευάσουν στρατιώτες
εν όψει όλων των διαπλανητικών πολέμων που θα μπορούσαν να γίνουν στο μέλλον,
και που θα είναι προορισμένοι να ¨αποδείξουν¨- μέσα από τις συντριπτικές αρετές της δύναμης
την υπεροχή των αμερικάνικων προϊόντων, και των καρπών του αμερικάνικου ιδρώτα σ’ όλα τα πεδία της δυνατής δραστηριότητας και του δυναμισμού της δύναμης.
Γιατί είναι ανάγκη να παράγουν,
πρέπει μ’ όλα τα μέσα των πιθανών δραστηριοτήτων να αντικατασταθεί η φύση οπουδήποτε μπορεί να
αντικατασταθεί,
πρέπει να βρουν στην ανθρώπινη αδράνεια ένα μεγαλύτερο πεδίο απασχόλησης,
πρέπει ο εργάτης να έχει με τι να καταπιαστεί,
πρέπει να δημιουργηθούν καινούργιες δραστηριότητες, και επιτέλους να επέλθει η βασιλεία όλων αυτών των κάλπικων κατασκευασμένων προϊόντων, όλων αυτών των ευτελών συνθετικών υποκατάστατων
με τα οποία δεν έχει τίποτα να κάνει η όμορφη αληθινή φύση,
που πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της μια για πάντα και ντροπαλά σ’ όλα τα θριαμβευτικά προϊόντα της
νοθείας,
όπου το σπέρμα όλων των εργοστασίων της τεχνητής γονιμοποίησης
θα βρει επιτέλους
που να χρησιμοποιηθεί.
Όχι πια φρούτα, δέντρα, όσπρια, φαρμακευτικά φυτά, και κατά συνέπεια, όχι πια τροφές
αλλά συνθετικά προϊόντα μέχρι σκασμού,
μέσα στους ατμούς,
μέσα στις ιδιάζουσες διαθέσεις της ατμόσφαιρας, στους ειδικούς άξονες των ατμοσφαιρών των βγαλμένων με το ζόρι, που έχουν για σύνθεση τις αντιστάσεις μιας φύσης που ο πόλεμος και από τον πόλεμο δεν γνώρισε άλλο από τον φόβο.
Ζήτω ο πόλεμος λοιπόν, έτσι δεν είναι;
Γιατί ο πόλεμος είναι αυτό που οι Αμερικάνοι ετοίμασαν και ετοιμάζουν μέρα με την μέρα.
Για να υποστηρίξουν αυτή την ανούσια διαμόρφωση απ’ όλους εκείνους τους ανταγωνισμούς που δεν θα λείψουν να
εμφανιστούν από παντού,
χρειάζονται στρατιώτες, στρατοί, αεροπλάνα, τεθωρακισμένα.
Εξ’ ου και όλο αυτό το σπέρμα,
το οποίο η αμερικάνική κυβέρνηση είχε την ξετσιπωσιά να σκαρφιστεί.
Γιατί υπάρχει παραπάνω απ’ ένας εχθρός
αγαπητέ μου,
εμείς, οι καπιταλιστές,
και ανάμεσα σ’ αυτούς τους εχθρούς,
η Ρωσία του Στάλιν
που δεν έχει βέβαια έλλειψη από οπλισμένα χέρια.
Όλα αυτά είναι θαυμάσια,
δεν είχα όμως τους Αμερικάνους για πολεμοχαρείς.
Για να χτυπήσεις όμως πρέπει να χτυπηθείς,
και ίσως να είδα πολλούς Αμερικάνους στον πόλεμο
αλλά είχαν πάντα μπροστά τους στρατιές ολόκληρες
από τανκς, αεροπλάνα, τεθωρακισμένα
που τους χρησίμευαν για ασπίδες.
Είδα πολλές φορές τους Αμερικάνους και τις μηχανές τους να μάχονται.
Είδα πολλές φορές τις μηχανές να μάχονται
αλλά τους άνδρες που τα οδηγούσαν
τους είδα τραβηγμένους
στα μετόπισθεν.
Μπρος σ’ ένα λαό που ταΐζει τ’ άλογά του, τα βόδια του και τα γαϊδούρια του με τους τελευταίους τόνους αληθινής μορφίνης που του μένουν ακόμα πριν την αντικαταστήσει με τα υποπροϊόντα του καπνού,
προτιμώ τον λαό που τρώει την ίδια του τη γη, την γη όπου γεννήθηκε,
μιλώ για τους Ταραχουμάρα
που τρώνε το Πεγιότ από την ίδια τη γη
ενώ γεννιέται,
και που σκοτώνει τον ήλιο για ν’ ανακηρύξει το βασίλειο της μαύρης νύχτας,
και σπάει τους σταυρούς των χώρων ώστε οι χώροι του διαστήματος να μην μπορούν πια να συναντηθούν ούτε να διασταυρωθούν.


«Για να τελειώνουμε
Με την υπόθεση
Του Θεού»
Αντονέν Αρτώ

Μετάφραση: Λυδία Κουβάτσου
Εκδόσεις: Αιγόκερως (1987)

Photo: Keith Karter (2005)- Darwin’s Dream

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Bleed




Το αίμα ανθίζει καθαρό

Μέσα σου ρουμπινί.
Ο πόνος
που εντός του ξυπνάς δεν είναι δικός σου.

Αγάπη μου, αγάπη μου,
Στόλισα τη σπηλιά μας με ρόδα,
Με μαλακά κιλίμια –

Τα τελευταία βικτοριανά.
Άσε τα’ αστέρια
Να κατακρημνίζονται στο σκοτεινό προορισμό τους,

Άσε τα άτομα
Του υδραργύρου που τραυματίζουν να στάξουν
Μέσα στο φρικτό πηγάδι,

Εσύ είσαι ο μοναδικός
Ακλόνητος, επάνω σου ακουμπά το σύμπαν φθονερό.
Εσύ είσαι το μωρό στη φάτνη.



¨Ο Νικ και το κηροπήγιο¨
Sylvia Plath
Ποιήματα
Μετάφραση: Κατερίνα και Ελένη Ηλιοπούλου
Εκδόσεις: Κέδρος

Photo: Bleed (2005) Dan Estabrook

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Τη νύχτα όμως...




Τη νύχτα όμως, μέσα στον ύπνο τους,
χτυπούν με τη γροθιά το στήθος τους ώσπου να το μα-
τώσουν
γιατί το αμφίστομο όνειρο τους ψυθυρίζει στο πο-
νεμένο σημείο του μυαλού
πως το πρωί, όταν ξυπνήσουν, πάλι θα βρουν
το ένα πόδι τους κομμένο σύρριζα με το πριόνι
και πεταμένο κάτω από το κρεβάτι.
Ανελέητο όνειρο. Ανελέητο σαν την ουσία όλων
των ονείρων
και σαν τη μεγάλη απουσία.




Να δουν τη αδυναμία του χεριού ν’ αγγίξει ένα
άλλο χέρι
που τίποτε στον κόσμο δεν έχει πιο κοντά του,
τον εφιάλτη που φυτρώνει σα δέντρο ενοράσεως
στη γυμνή κοιλάδα των δακρύων της ζωής μας,
το σάπισμα του σώματος, το σώπασμα της μουσι-
κής, τη διάψευση της ελπίδας,
το νύχτωμα της ομορφιάς, το θρίαμβο της από-
τυχίας,
το τέλος των πύρινων επικλήσεων του έρωτα,
την καταξίωση της υπεροψίας,
την επικράτηση της υπεροψίας,
την επικράτηση του αίσχους, την ενθρόνιση του
αίσχους,
τη βασιλική στέψη του αίσχους
μ’ αληθινή πορφύρα και δάφνινο στεφάνι
από ατόφιο χρυσάφι και κάθετο φως,
περίπλοκο νεφρίτη γύρω από το λαιμό και ζώνη
από κραυγές αξεδιάλυτων θηρίων,
και τη σιωπή των διαστημικών εκτάσεων που μας
προσμένουν






Αυτό το πρόσωπο που διασύρεται μέσα στα σεν-
τόνια του,
δεν το χάιδεψε κανένα όνειρο,
ο ύπνος έρχεται σαν συντέλεια για ν’ αποτελειώσει
τον διασυρμό
που άρχισε το φως της γης.
Αυτό είναι το τέλος. Το τέλος έτσι έρχεται.
Κι όταν φτάνει τίποτα δεν το φτάνει.
Η απέραντη κούραση,
το μαρτύριο των εμφανίσεων της σάρκας μέσα στο
μαρτύριο της οράσεως,
οι παθήσεις της αφής,
μια ήπειρος γέρνει και αδειάζει σύσσωμη
μες στο προαιώνιο έλεος της απόλυτης εξουσίας
των πάγων.




(αποσπάσματα - σκόρπια -)

Δημήτρης Δημητριάδης
ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ 1-4
εκδόσεις Άγρα

photo Schielte & Portielje