Κυριακή 28 Ιουλίου 2013
Σάββατο 27 Ιουλίου 2013
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013
ειρήνη
ειρήνη
νόμιζα ότι το περιστέρι ήταν το πουλί της ειρήνης
όμως αυτοί εδώ τα ξετρυπώνουν
απ' τους θάμνους
και σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των βουνών και τα πυροβολούν∙
κι οπουδήποτε και να πηγαίνουν τα περιστέρια
υπήρχαν οι κυνηγοί∙
πυροβολώντας και σημαδεύοντας και πυροβολώντας,
κι ένας άντρας που
ούτε στο ελάχιστο
έμοιαζε με περιστέρι
έφαγε μία στον ώμο∙
και γινόντουσαν πολλά παράπονα
ότι τα περιστέρια
ήταν μικρότερα και σπανιότερα
απ' τον προηγούμενο χρόνο,
όμως ο τρόπος με τον οποίο έπεφταν
απ' τον ουρανό
όταν τους ξερίζωνες τη ζωή
από μέσα τους
ήταν ο ίδιος∙
κι ήμουν κι εγώ εκεί
αλλά δεν μπορούσα να πυροβολήσω τίποτα
μ' ένα πινέλο∙
και καναδυό απ' αυτά
ήρθαν πάνω απ' τον καμβά μου
και στεκόντουσαν και στεκόντουσαν και στεκόντουσαν
μέχρι που τελικά είπα,
για όνομα του θεού
πηγαίνετε να κοιτάτε τον Πικάσο και τον Ρέμπραντ,
πηγαίνετε να κοιτάτε τον Κλε και τον Γκωγκέν,
ακούστε μια συμφωνία του Μάλερ,
κι αν βγάλετε τίποτα
απ 'αυτά ελάτε πίσω
και καρφώστε τα μάτια σας στον καμβά μου!
τι στο διάολο τρέχει
μ' αυτόν; ο ένας τύπος
είπε.
είναι για δέσιμο, είναι όλοι τους για δέσιμο,
είπε ο άλλος τύπος. όπως και να'χει
έχω τα 10 περιστέρια μου.
κι εγώ το ίδιο, ο φίλος του είπε, ας
πάμε σπίτι∙ μπορούμε να τα 'χουμε
στο ταψί
μέχρι και τις 2.30
Τσαρλς Μπουκόφσκι
"Οι μέρες φεύγουν καλπάζοντας σαν άγρια άλογα στους λόφους" 1969
εκδ Ανατολίτικο Παζάρι
photo Ken Rosenthal
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013
κι έγινα κατοικία άγριων πουλιών
(Ο τρόπος να κινδυνεύουμε)
Στην ηλικία του έρωτα πρώτο μυστήριο αντάμωσα
Τη συντήρηση αν τη μπορώ
Μυστήριο θανάτου γιορτάζοντας
Σ' έναν περίπατο ευωδιάς
*
(Η έννοια των τυφλών)
Με το γυμνό κεφάλι του και τις μικρές ψιλές φωνές, τις γρήγορες
Του λάρυγγα
Διασχίζοντας - τι γρήγορα - τις ζώνες του καιρού
Όχι με μιας
Με πάλεψε, σ' όλο το σώμα μου έσκαψε για τα όμοια του φωλιές
Κι έγινα κατοικία άγριων πουλιών
Στη μέση ερημιάς
Τώρα εκεί θα κατοικεί τ' ωραίο πουλί
Σ΄ένα κουβάρι συνωστίζεται αναπνοής
Το τρωκτικό των θεμελίων
Ποιά χάραξε τα χείλη μου η λέξη αμυχή
Ήτανε δίχτυ ψυχών τα πουλιά, ήτανε παγίδες, δεν άφηναν ανοιχτό
ουρανό.
Ελένη Βακαλό
"Πριν από το Λυρισμό"
εκδόσεις Συμείον 1981
πουθενά
...έτσι, για να νιώθεις προς στιγμήν ότι αιωρείσαι/ Πάνω από τη πόλη, με σώμα φύσιμα μιας ανάσας μικρής, και χωρίς να θες να πας Πουθενά...ελεύθερος από κάθε Κάπου.
εδώ
Ελεονόρα
…Και τότε, εκεί, ρίχτηκα στα πόδια της Ελεονόρας και ορκίστηκα , σ’ εκείνη και στους Ουρανούς, ότι ποτέ δεν θα δενόμουν με τα δεσμά του γάμου με καμιά κόρη της Γης – ότι με κανέναν τρόπο δεν θα πρόδιδα την προσφιλή της μνήμη, ή την ανάμνηση της αφοσιωμένης της στοργής, με την οποία με είχε ευλογήσει. Και κάλεσα τον Τρανό Κοσμοκράτορα να παρασταθεί ως μάρτυρας της ευσεβούς σοβαρότητας του όρκου μου. Και ζήτησα από Εκείνον και από εκείνην, την αγία των Ηλυσίων Πεδίων, αν παρέβαινα την υπόσχεσή μου, να πέσει επί της κεφαλής μια κατάρα, μια τιμωρία φρικτή, που η υπερβολή της δεν μου επιτρέπει να την καταγράψω. Και τα λαμπερά μάτια της Ελεονόρας έλαμψαν πιο πολύ στα λόγια μου∙ και αναστέναξε σαν να απομακρύνθηκε από το στήθος της θανάσιμο βάρος και αναρίγησε και έκλαψε πικρά, αλλά αποδέχτηκε τον όρκο μου (γιατί δεν ήταν παρά παιδί), που καθιστούσε πιο φιλικό για κείνην το νεκροκρέβατο της. Και μου είπε, λίγες μονάχα μέρες αργότερα, ξεψυχώντας ήσυχα, ότι μ’ αυτήν την πράξη μου, που είχε ανακουφίσει την ψυχή της, θα με φύλαγε από ψηλά μετά την αποδημία της και αν της επιτρεπόταν θα επέστρεφε κοντά μου, έτσι που να την έβλεπα κατά τας «φυλακάς της νυκτός».
Ελεονόρα
Έντγκαρ Άλαν Πόε
μτφ Κατερίνα Σχινά
εκδ Μεταίχμιο
φωτογραφία του Αλέξανδρου Παπαϊωάννου
Κυριακή 7 Ιουλίου 2013
ένας χαιρετισμός
…στα Χρόνια τα Πολλά
που Είμασταν.
Που μου έμαθες να δένω
τα κορδόνια μου και με
τάιζες Κεράσια – (Σε κείνο το Σπίτι μας.)
Που με κέρασες το πρώτο
παγωτό της ζωής στο
κατώφλι του σπιτιού.
Που με θρόνιαζες στους ώμους
σου
και με πήγαινες Βασιλιάς Παντού.
Που έκλαψες μαζί μου
εκείνο
το απόγευμα λίγο πιο
πέρα από
τη Θάλασσα, που μας Χώριζε
πια
-κι ήμουν δεκαοχτώ.
Που ήσουν μόνο Καλός
μόνο Γενναιόδωρος
μόνο που μου ζήταγες
Μετά νερό νερό
¨λίγο νεράκι Σοφούλα
λίγο νεράκι,
μια καταψιά μόνο… και
μετά..» (δύο χέρια κάνουν τη κίνηση του Τίποτα)
και μόνο στο σπίτι σου
το πατρικό
είχε πια πηγές που δεν
μπορούσα
να τις φτάσω – τόσο ήταν
μακρυά…
κι ένα πρωί καταφέραμε
και Πήγαμε
Πια
Πίσω
και Τώρα
μόνο μου λύπης.
(ο μπαμπάς μου)
Σάββατο 22 Ιουνίου 2013
...Aνήσυχα / Παρήγορα
"...Kαι
μ' ένα χαμόγελο που το κρατάω για μένα, θυμάμαι ότι η ζωή, που περιέχει
αυτές τις σελίδες με ονόματα υφασμάτων και λεφτά, με τα άγραφα
διαστήματα και τις γραμμές τις τραβηγμένες με το χάρακα και την
καλλιγραφία, περιλαμβάνει επίσης τους
μεγάλους θαλασσοπόρους, τους μεγάλους αγίους, τους ποιητές όλων των
εποχών, όλους τους χωρίς λογιστική, μεγάλος εξόριστο πλήθος αυτών που
κάνουν την αξία του κόσμου."
Το βιβλίο της Ανησυχίας
τόμος Α
Μπερνάντο Σοάρες (- Φερνάντο Πεσόα)
μτφ Μαρία Παπαδήμα
τόμος Α
Μπερνάντο Σοάρες (- Φερνάντο Πεσόα)
μτφ Μαρία Παπαδήμα
εκδόσεις Εξάντας
Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013
on the fire
"Ειλικρινά, δεν θυμάμαι αν εκείνη τη νύχτα αυτοκτονήσαμε."
"Διάλογος για ένα Διάλογο"
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Άπαντα Πεζά
μετάφραση επιμέλεια σχόλια:
Αχιλλέα Κυριακίδης
εκδ Ελληνικά Γράμματα
on the fire - Holly Golithtly
(Καλό Ξημέρωμα)
Κάθε πρωί
καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμονικές
- Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
( Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
- Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.
Μα που τελειώνει η μοναξιά; )
Μανόλης Αναγνωστάκης
(Καλό Ξημέρωμα)
https://www.youtube.com/watch?v=XaSVkb_XLt4
Παρασκευή 17 Μαΐου 2013
Jump
…
Για να φτάσεις σ’ αυτό που δεν γνωρίζεις
πρέπει να ακολουθήσεις έναν
δρόμο που είναι ο δρόμος
της άγνοιας.
Για ν’ αποκτήσεις ό,τι δεν
κατέχεις
πρέπει να ακολουθήσεις τον
δρόμο της στέρησης.
Για να φτάσεις σ’ αυτό που δεν
είσαι
πρέπει ν’ ακολουθήσεις τον
δρόμο όπου δεν είσαι.
…
Τ.Σ. Έλλιοτ
Τέσσερα Κουαρτέτα
East Coker
μτφ Χάρης Βλαβιανός
photo:Susan Burnstine "Jump"
Σάββατο 11 Μαΐου 2013
εμείς οι λίγοι
Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες το αίμα μας
Κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμμε την ουσία του είναι μας
κα σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’
αυτόν τον κόσμο.
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.
Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.
Γιώργος Μακρής
'' Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή"
Επιμελητής: Γονατάς, Επαμεινώνδας Χ
εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1986
photo: Jack Spencer "World Watcher"
Παρασκευή 3 Μαΐου 2013
πάσχα
Oscar
Wilde:
«Όταν ο Ιησούς θέλησε να γυρίσει στη Ναζαρέτ», διηγιόταν
(ο ΄Οσκαρ), «η Ναζαρέτ ήταν έτσι αλλαγμένη, που δεν αναγνώρισε την πόλη του. Η
Ναζαρέτ που είχε ζήσει ήταν γεμάτη δάκρυα και θρήνους – ενώ αυτή που τώρα
συναντούσε ήταν όλο γέλια και τραγούδια. Κι ο Χριστός, μπαίνοντας στη πόλη,
είδε δούλους φορτωμένους άνθη, που έτρεχαν κατά τη μαρμαρένια σκάλα ενός λευκού
μεγάρου μαρμαρένιου. Ο Χριστός μπήκε τότε μες στο σπίτι, και στο βάθος μιας
αίθουσας ιάσπινης, ξαπλωμένο μέσα σε μια παχιά πορφύρα, είδ’ έναν άνθρωπο που
στα ξεχτενισμένα του μαλλιά ήταν
πλεγμένα ρόδα κόκκινα και που τα χείλη του ήταν κόκκινα κι αυτά απ’ το κρασί.
Κι ο Χριστός πήγε κοντά του, τον άγγιξε στον ώμο και του λέει:
-¨Γιατί ζεις τέτοια ζωή;¨ Κι ο άνθρωπος γύρισε, τον
γνώρισε κι απάντησε: -¨Ημουν λεπρός και
συ με γιάτρεψες. Γιατί να ζήσω τάχα μ’ άλλον τρόπο;¨
»Κι ο Χριστός βγήκεν απ’ αυτό το σπίτι. Και να που, σ’
ένα δρόμο, είδε μια γυναίκα που το πρόσωπό της και τα ρούχα της βαμμένα και
χρωματισμένα και στα πόδια της είχεν υποδήματα όλο μαργαριτάρια και πίσω της
βάδιζ’ ένας άνθρωπος που το φόρεμά του ήταν δίχρωμο και που τα μάτια του ήταν
γεμάτα πόθους. Κι ο Χριστός πλησίασε τον άντρα, τον άγγιξε στον ώμο και του
λέει:
-¨Γιατί ακολουθείς τάχα τη γυναίκα αυτή, και γιατί την
κοιτάς μ’ αυτόν τον τρόπο;¨ Κι ο άνθρωπος γύρισε, τον γνώρισε κι απάντησε: -
¨΄Ημουν τυφλός και συ με γιάτρεψες. Τι άλλο τάχα να κοιτάξω με τα μάτια μου;¨
»Κι ο Χριστός πήγε κοντά και στη γυναίκα: - ¨Ο δρόμος που
τραβάς¨, της λέει, ¨είναι ο κακός της αμαρτίας∙ γιατί τάχα τον ακολουθείς;¨ Κι
η γυναίκα τον γνώρισε και του αποκρίθηκε γελώντας:- ¨Ο δρόμος που τραβώ μ’
αρέσει, και μου συγχώρεσες όλες τις αμαρτίες μου.¨
»Τότε ο Χριστός ένιωσε θλιμμένη την καρδιά του και θέλησε
να φύγει απ’ την πόλη. Αλλά, καθώς τραβούσε για να βγεί, είδε, στην άκρη
ακριβώς της τάφρου, ένα νέο που ‘κλαιγε. Ο Χριστός πήγε σιμά του τότε και,
΄γγίζοντας τις μπούκλες των μαλλιών του, του λέει: - ¨Φίλε μου, γιατί κλαίς;¨
»Κι ο νέος σήκωσε τα μάτια, τον γνώρισε κι απάντησε: -
¨΄Ημουν νεκρός και συ μ’ ανάστησες∙ τι άλλο πια να κάνω με τη ζωή μου;¨»
André Gide
“Oscar Wilde – Αναμνήσεις”
Απόδοση Ναπολέων Λαπαθιώτης
΄Ινδικτος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








