Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

ψευδόμουν







Όταν ήμουν παιδί μια νεράιδα μου χάρισε έναν καθεδρικό ναό

Όταν ήμουν παιδί το θαλασσί ορθώθηκε μπροστά μου

Όταν ήμουν παιδί μιλούσα στα ψάρια σε πληθυντικό ευγενείας

Όταν ήμουν παιδί είδα το αίμα του μαρμάρου

Και είδα το χέρι του Θεού πεταμένο σ’ ένα παλιατζίδικο

Και είδα την άρπα του Δαυίδ στο γραφείο ενός τραπεζίτη

Είδα επίσης για πρώτη φορά τη βροχή μια Δευτέρα

Όταν ήμουν παιδί μ’ έβαλαν σε μια οικογένεια

Όμως στην πραγματικότητα ήμουν το πρώτο βιολί

Άρχισα να ψεύδομαι άρχισα να κατουράω μπράντυ

Δεν ήξερα που να φυλάξω τα πράγματά μου

Συνέλλεγα σκόνη

Ένας ασυνήθιστος άνδρας ήρθε στο κρεβάτι μου

Και μου ‘πε στο αυτί:

«Είμαι ο άνδρας της σελήνης»

Επτά φορές αρρώστησα

Πάντοτε λόγω εφτά εκπλήξεων

Δεν μου επιτρέπεται ν’ αριθμήσω παρά μόνο δύο

Τη μια όταν είδα τα βλέφαρα του αφαλού μου

Και την άλλη που με σημάδεψε ισόβια

Ήταν ένα τραίνο που κουβαλούσε δρόμους στις πόλεις

Μια φορά με φίλησε ένας λύκος

Όταν ήμουν παιδί έσπασα

Όταν ήμουν παιδί είχα για δάσκαλο ένα παιδί

Που κάρφωσε στο κεφάλι του ένα καρφί

Έχασε τη μιλιά του

Από εκείνο λάμβανα μηνύματα γραπτώς

Όλα όσα ξέρω σήμερα

Τα οφείλω στο παιδί που μου τα δίδαξε

Πρώτα  απ’ όλα τα σανσκριτικά

Η πρώτη λέξη που ‘μαθα να γράφω

Ήταν η λέξη χτένα

Κανείς δεν ξέρει τι είναι ένα ρήμα

Όταν ήμουν παιδί έφυγα απ’ το σχολείο

Και πήγα στη Κίνα

Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν μπορώ να πω σε κανέναν

Σχεδόν όλα αφορούν στα μαθηματικά

Γύρω απ’ το ξύλο των πιάνων τίποτα δεν υπάρχει που να μην γνωρίζω

Ένας ιερέας μου ‘πε τι σημαίνει κάπνισμα

Ξέρω πως οι νεκροθάφτες πουλάνε κασκόλ στους νεκρούς

Δεν είδα τίποτα ομορφότερο απ’ τον ίσκιο του παγωνιού

Για μιαν ώρα υπέστην τη χειρότερη των τιμωριών

Όταν μ’ έδιωξαν παιδί από ‘να μοναστήρι

Επειδή ενόχλησα τις μοναχές μ’ ερωτήσεις θεολόγου

Πάντα μ’ ενδιέφεραν τα γόνατα

Στο κρύο της αυγής βρίσκεται ο λόγος των πάντων

Όταν ήμουν παιδί έφερα έναν βράχο στο σπίτι

Συνέλλεγα σάλιο

Μια φορά μπήκα σε μια ταβέρνα μ’ ένα άλογο

Μ΄ έκαναν υποδιευθυντή εκείνων που παίζουν βόλους

Όταν διάβασα ότι στη Βίβλο μιλούσαν για τον Postismo

Το πρώτο που ‘κανα ήταν ν’ αγοράσω ένα μαγιώ

Το παιδί, ο δάσκαλος μου πέθανε στο μέτωπο

Συνέλλεγε θερμόμετρα

Μάθανε στην Κυβέρνηση ότι ψευδόμουν

Σιδέρωσα ένα περιστέρι για να μάθω τι είναι «αμαρτία»

Και είδα να κατεβαίνει απ’ ένα πλοίο εκείνο που θα πω

(εκτός απ ‘ό,τι δεν μου επιτρέπεται να πω σε κανέναν)

Είδα να κατεβαίνει ένας γέρος που φταρνιζότανε πολύ

Είδα να κατεβαίνει ο εφευρέτης του μπιλιάρδου τσέπης

Κατεστραμμένος κλαίγοντας

Και είδα να κατεβαίνει ένας διάσημος χορευτής που με πλησίασε λέγοντας

-Ξέρεις, ρόδο μου, πως ήρθα μέχρι εδώ

Για ν’ αγγίξω την καρδιά των λούστρων






κάρλος εδμούνδος ντε ορύ

μτφ γιάννης λιβαδάς

photo michael neiman





Αγαπούσα τη μικρούλα Β… Ήμουν δυό χρόνια μικρότερός της. Σκοπεύοντας να την παντρευτώ, έλεγα πως θα περιμένω ώσπου να γίνω δυό χρόνια μεγαλύτερός της. Η μικρούλα Β… ήθελε να την λυπούνται. Συνήθιζε να βουρτσίζει τα ούλα της με μια ξηρή οδοντόβουρτσα. Έπειτα, μ’ ένα ύφος απροσπέλαστο, έβηχε, έφτυνε, και παρουσίαζε ένα κατακόκκινο μαντήλι. Η οικογένειά της πήγε καταπτοημένη στην Ελβετία. Οι αδερφοί της προτίμησαν ν’ ανταλλάξουν την Ελβετία – που δεν την χώνευαν έτσι κι αλλιώς, με βώλους, κάτι γυάλινες μπίλιες που είχαν μια χρωματιστή σπείρα στο κέντρο τους.






photo micheal ackerman 






Σ’ ένα οικοτροφείο της Μόσχας, η διευθύντρια που είχε πει στα παιδιά! «Οργανώστε τη δική σας μικρή αστυνομία. Μάθετε να δικάζετε. Αν οι σύντροφοί σας φέρονται άσκημα τιμωρείστε τους», βρίσκει ένα παιδί που είχε κρεμαστεί από τα άλλα. Αιωρούνταν πάνω από το φρεάτιο της σκάλας. Η διευθύντρια δεν τόλμησε να το λύσει αλλά έκοψε το σκοινί στέλνοντας το αγοράκι να σκάσει κάτω.

Στο Condorcet, στην τρίτη τάξη, ήμαστε πέντε από το οικοτροφείο Duroc. Το οικοτροφείο αντικαθιστούσε τις οικογένειές μας. Σ’ ένα μονάχα τετράδιο ασκήσεων, πιτσιλισμένο πράσινα, το οικοτροφείο μας τιμωρούσε, μας συγχωρούσε και μας απάλλασσε από τις τιμωρίες. Αυτό το οικοτροφείο δεν υπήρχε στην πραγματικότητα. Ήταν δικιά μου εφεύρεση. Όταν η όλη δουλειά ανακαλύφθηκε, γύρισα σπίτι κι έκανα ότι με πονούσε η κοιλιά μου. «Πονάω εδώ», έλεγα κι έδειχνα τη σκωληκοειδίτιδα. Οι σκωληκοειδίτιδες  είχαν μεγάλη πέραση. Άφησα να με εγχειρήσουν στην οδό Μπιζέ, γιατί έτρεμα το σχολείο. Αργότερα έμαθα ότι ο διευθυντής ήθελε να το ξεχάσει με την πρόφαση ότι έβγαζα ασπροπρόσωπη την τάξη μου στην ζωγραφική και στη γυμναστική. Τελικά εκεί όπου αναδείχτηκα ο πιο ακαμάτης μαθητής ήταν στην γυμναστική και στη ζωγραφική.





ζαν κοκτώ
το όπιο
μτφ άρης σφακιανάκης


photo marcus harvey






Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

σαν μάρμαρο





σαν μάρμαρο   
λειαίνομαι  
από πάθος




giuseppe ungaretti

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

πρώτη του μάρτη οχτώ παρά δέκα




που βρέθηκε το άψυχο σώμα;
ποιός βρήκε το άψυχο σώμα;
ήταν άψυχο όταν βρέθηκε το άψυχο σώμα;
πως βρέθηκε το άψυχο σώμα;

ποιός ήταν το άψυχο σώμα;

ποιός ήταν ο αδερφός ή κόρη ή πατέρας
ή θείος ή αδερφή ή μάνα ή γιός
του άψυχου και εγκαταλειμμένου σώματος;

ήταν άψυχο το σώμα όταν εγκαταλείφθηκε;
το σώμα εγκαταλείφθηκε;
από ποιόν εγκαταλείφθηκε;

ήταν γυμνό το άψυχο σώμα ή ντυμένο για ταξίδι;

τι σας έκανε να κηρύξετε επισήμως άψυχο το άψυχο σώμα;
κηρύξατε επισήμως άψυχο το άψυχο σώμα;
πόσο καλά γνωρίζατε το άψυχο σώμα;
πως γνωρίζατε ότι ήταν άψυχο το άψυχο σώμα;

το πλύνατε το άψυχο σώμα
του κλείσατε και τα δυό του μάτια
το θάψατε το σώμα
το εγκαταλείψατε εκεί που ήταν
το φιλήσατε το άψυχο σώμα


Θάνατος
(περί ληξιαρχικών πράξεων γεννήσεως και θανάτου
νομοθετικό διάταγμα, 1953)

χάρονλτν πίντερ
μτφ τζένη μαστοράκη

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

να με πυροβολήσουν θανάσιμα με μαργαριτάρια






πως θα μ’ ευχαριστούσε να μου κόψουν το λαρύγγι
με διαμάντια; Ή να με πνίξουν
με κανέλλα; ή να με πυροβολήσουν θανάσιμα με μαργαριτάρια;
ξέρω, ο θάνατος έχει δέκα χιλιάδες πόρτες διαφορετικές
για να μπορούν ν’ αποχωρούν οι άνθρωποι: κι είναι γνωστό
ότι αυτές κινούνται σε τόσο τρομερά περίεργες αρθρώσεις, γεωμετρικές.
μπορείς να τις ανοίξεις κι απ’ τις δυο πλευρές: τουλάχιστον,
γι’ αυτό δεν μ’ έφταναν τα ψιθυρίσματά σου.



τζων γουέμπστερ
η δούκισσα του μάλφι

 

thirst/ park chan wook
 

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

in the end



αυτός που δεν γεμίζει τον κόσμο του με φαντάσματα, μένει στο τέλος μόνος
 



antonio porchia


artwork zoltan jokay

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

εις το επανιδείν/




αν ήταν να μη γράφονταν ο χρόνος
την τελευταία μέρα που ήμασταν μαζί
θα τον άφηνα να στάζει
σαν το αίμα
απ’ την κομμένη φλέβα του χεριού μου


 
 
 
 
άρης αλεξάνδρου

 
 
 
photo jindrich streit
 
 
htps://www.youtube.com/watch?v=Zqo02mWC1UU

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

ο καιρός περνάει…





… υπήρχε κάτι στην ευτυχία που την έκανε αφόρητη. Υπήρχε κάτι υποχρεωτικό στην ευτυχία, κάποιος μακρινός και χαμένος συγγενής τους είχε μάθει να είναι καχύποπτοι απέναντι  στο αόρατο χέρι που τους οδηγούσε με σιγουριά στο φιλόξενο λιμάνι, κάποιος ψιθύριζε μέσα τους ότι καλύτερα είναι εδώ στο πέλαγος. Συμβούλευαν τις πλούσιες Περσίδες να μην είναι τόσο ευτυχισμένες κι αυτές τους κοίταζαν σαν όντα από άλλο πλανήτη που προσγειώθηκαν ξαφνικά στο γήπεδο του τένις, αυτές οι πλούσιες Περσίδες τους έλεγαν ότι η ευτυχία μπορεί να είναι απόλυτη και οι φόβοι τους αδικαιολόγητοι, η ευτυχία διαλέγει με προσοχή τις παρέες της και τις κρατάει για πάντα κοντά της, τι είναι αυτό που φοβάστε;… το αγόρι που μπήκε στο δωμάτιο της τα χαράματα στη Μοντάνα δεν της είπε τίποτα κι έτσι έμεινε ερωτευμένο μαζί της για πάντα, φοβήθηκε να της μιλήσει γιατί μόλις πεις την πρώτη λέξη όλα αλλάζουν, λες πράγματα που έχουν ειπωθεί εκατό χιλιάδες φορές και σε απομακρύνουν αμέσως από αυτό που αισθάνεσαι, περιγράφεις αυτό που αισθάνεσαι κι αμέσως αρχίζεις να αισθάνεσαι το αντίθετο, κυνηγάς τις λέξεις που θα σου εξασφαλίσουν την ευτυχία και θα σε υποχρεώσουν να ζήσεις ευτυχισμένος διαλέγοντας με προσοχή τις παρέες σου…
Ο καιρός περνάει, πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήρθε στο δωμάτιό της το ντροπαλό αγόρι στη Μοντάνα, θα πρέπει να έχουν διασταυρωθεί χωρίς να το ξέρουν αρκετές φορές όλα αυτά τα χρόνια. Μπορεί να ήταν έξω από τη Νομική το ’72, μάλλον ήταν έξω από τη Νομική, κοίταζε με κάποια απορία. Μπορεί να ήταν στο Πολυτεχνείο το ’73, στεκόταν σε μια γωνία. Μπορεί να ήταν στην Αμοργό το ’74, κάθε χρόνο του έδινε μια ευκαιρία, διάλεγε έναν τόπο κι αποφάσιζε ότι θα βρίσκεται εκεί, δεν ήταν δυνατόν να μην τον συναντήσει εκεί, του έστελνε ένα σήμα και τον προειδοποιούσε ότι θα βρισκόταν εκεί, ήταν σίγουρα εκεί, μόνο που ντρεπόταν να την πλησιάσει και να της μιλήσει. Μπορεί να ήταν στον Ιπποπόταμο το’76, μπήκε κάποια στιγμή και την είδε από μακριά, κάποια στιγμή πρέπει να μπήκε και να τη είδε. Του τηλεφώνησε, αλλά δεν έμενε πια εκεί, μπορεί να ήταν στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του ’77, ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε χάσει τα ίχνη του. Μπορεί να ήταν στην επέτειο του Πολυτεχνείου το ΄78, στεκόταν σε μια γωνία. Ο καιρός περνάει, μπορεί να ήταν στον κινηματογράφο Στούντιο το ’79, πέρασε δίπλα της στα προσεχώς, δεν της μίλησε… ήταν σίγουρη ότι πέρασε εκατό φορές από δίπλα της τα τελευταία είκοσι χρόνια χωρίς να της μιλήσει, οι άνθρωποι πέφτουν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου μόνο στα διαφημιστικά, ξεχνιούνται και ξαναβρίσκονται γύρω από μια μπύρα, κατουράνε συνεχώς, αλλά αυτό δεν το δείχνουν στα διαφημιστικά, που να προλάβεις να δείξεις όλη την ευτυχία μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, πέρασε από δίπλα της χωρίς να της μιλήσει, ο καιρός περνάει…




η γραμμή του ορίζοντος
χρήστος βακαλόπουλος




photo byrne michal