Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

πανούκλα



H  λέξη «Πανούκλα» είχε ειπωθεί για πρώτη φορά. (…) 
 Οι μάστιγες είναι πράγματι κάτι κοινό, μα δύσκολα πιστεύουμε στις μάστιγες όταν μας χτυπούν κατακέφαλα. Στον κόσμο είχαμε τόσες πανούκλες όσους και πολέμους. Κι όμως, πανούκλες και πόλεμοι βρίσκουν πάντα τους ανθρώπους απαρασκεύαστους. (…) Όταν ξεσπά ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: «Δεν θα κρατήσει πολύ, είναι πάρα πολύ ανόητο». Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας πόλεμος είναι οπωσδήποτε κάτι πάρα πολύ ανόητο, πράγμα που δεν τον εμποδίζει να έχει διάρκεια. Η ανοησία είναι πάντα ανθεκτική, όπως θα διαπιστώσουμε αν σταματήσουμε να σκεφτόμαστε συνεχώς τον εαυτό μας. Οι συμπολίτες μας ήταν, απ’ την άποψη αυτή, όπως όλος ο κόσμος, σκέφτονταν με γνώμονα τον εαυτό τους, μ’ άλλα λόγια, ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις μάστιγες. Η μάστιγα δεν είναι κάτι μες στα μέτρα του ανθρώπου, οπότε λέμε μέσα μας ότι η μάστιγα είναι κάτι το εξωπραγματικό, είν’ ένας εφιάλτης που θα παρέλθει. Δεν παρέρχεται, όμως, πάντα, και, ενώ ο ένας εφιάλτης διαδέχεται τον άλλον, αυτό που παρέρχεται, είναι οι άνθρωποι και, πρώτα-πρώτα οι ανθρωπιστές, επειδή δεν έχουν λάβει τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από τους άλλους, άφηναν κατά μέρος τη σωφροσύνη, αυτό είναι όλο, και νόμιζαν ότι όλα εξακολουθούν να περνούν από το χέρι τους, πράγμα που υπονοούσε ότι οι μάστιγες ήταν αδύνατο να υπάρξουν. Εξακολουθούσαν να ασχολούνται με τις επιχειρήσεις, ετοίμαζαν ταξίδια,, μόρφωναν απόψεις. Πως θα μπορούσαν να διανοηθούν την πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις; Πίστευαν πως ήταν ελεύθεροι, ενώ κανένας ποτέ δεν πρόκειται να είν’ ελεύθερος όσο υπάρχουν μάστιγες.
… οι τριάντα μεγάλες πανούκλες που γνώρισε η ιστορία είχαν στοιχίσει στο ανθρώπινο είδος περίπου εκατό εκατομμύρια νεκρούς. Τι είναι όμως εκατό εκατομμύρια νεκροί; Όταν κάνουμε πόλεμο, πάλι με δυσκολία μαθαίνουμε τι θα πει ένας νεκρός. Και, αφού ένας νεκρός δεν έχει βάρος παρά μόνο αν τον δούμε νεκρό, εκατό εκατομμύρια κουφάρια σπαρμένα στο διάβα της ιστορίας είναι μόνο ένας καπνός, μια ματαιότητα μες τη φαντασία.





Albert Camus
Η Πανούκλα
μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
εκδόσεις Εξάντας 1989

photo: Tina Modotti - wires 1925


Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

goin' home



"Goin' Home"
Dan Auerbach
Album "Keep it Hid" 2009


I’ve spent too long away from home Did all the things I could have done Gone are the days of endless thrills I know I’m not the only one
So long, I’m goin’, goin’ home…
I saw the streets all ripe with jewels Balconies and the laundry lines They tried to make me welcome there But their streets did not feel like mine
So long, I’m goin’, goin’ home…
I want the sun to hit my face Through oak trees in the open lot Forget about the things you want Be thankful for what all you got
So long, I’m goin’, goin’ home…


Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

everything must change



Everything must change
Sarah Vaughan





" Only through time time is conquered. "





T. S. Elliot
Four Quartets
Burnt Norton

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

μια απελπισμένη ζωντάνια





V I Ι


( Επίλογος επικήδειος με πίνακα συνοπτικό –για την
καπάτσα που γράφει το «κείμενο»-της καριέρας μου
ως ποιητή, και μια προφητική ματιά
στη θάλασσα των μελλουσών χιλιετιών.)



 «Ήρθα στον κόσμο την εποχή
της Αναλογικής.
Δούλεψα
σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
κι εγώ
αγωνίστηκα με τα όπλα  της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
συνεπαρμένος με τη Μουσική
από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».

«Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι δικιά μου:
κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
που πάντα είναι περισσότερο κυρία
της καταστάσεως).
Γι’ αυτό
μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
ακόμη και Προφητείες
σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!»

«Όσο για το μέλλον, άκου:
οι γιοί σου οι φασίστες
θ’ απλώσουνε πανιά
για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκουμαι εκεί,
σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
στις όχθες της θάλασσας
απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
τη Ραβένα
την Όστια, ή τη Βομβάη – είναι το ίδιο –
με Θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
-όπως η πάλη των τάξεων –
που
διαλύονται…
Σαν ένας παρτιζάνος
που πέθανε πριν από το Μάη του ’45,
θ’ αρχίσω σιγά-σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».





ΙΧ


(Επίλογος)


«Ω θεέ μου, μα τότε τι έχετε στο ενεργητικό σας;…»
«Εγώ; - (ένα τραύλισμα, ο άθλιος δεν πήρα το ηρεμιστικό μου,
τρέμει η φωνή μου σαν άρρωστου παιδιού) –
Εγώ; Μια απελπισμένη ζωντάνια».








Pier Paolo Pazolini
Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου

μετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης
εκδόσεις: παραφερνάλια τυπωθήτω 2004

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Ο ένας τον άλλον



Περίμενα στη στάση του λεωφορείου. Αργούσε. Γίνονταν όλο και περισσότεροι αυτοί που περίμεναν. Μίσος για το λεωφορείο, μίσος για κείνους που περίμεναν και γίνονταν όλο και περισσότεροι. Μίσος για όλα γύρω μου. Ήμουν τόσο απορροφημένος απ’ αυτό το μίσος ώστε σχεδόν δεν αισθανόμουν παρά μόνον μίσος, και την ανάγκη να ξεσπάσω πάνω σε κάτι, σε κάποιον, κάποιον να χτυπήσω, να τον χτυπήσω μέχρι που να τον σκοτώσω. Περιμένοντας το λεωφορείο. Αργούσε. Και γίνονταν όλο και περισσότεροι οι άλλοι που περίμεναν, πλήθος ανέκφραστο, πλήθος ανυπόμονο αλλά ανέκφραστο, πλήθος παθητικό, όλο και πιο πυκνό. Και περιμένοντας, ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω πως, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω πότε ακριβώς, αισθάνθηκα να με κοιτάζουν(*) Με κοίταζαν από πίσω. Είχα ακούσει πως γίνεται να σε κοιτάζουν από πίσω ή από κάπου κι εσύ να το καταλαβαίνεις προτού βεβαιωθείς ποιος είν’  αυτός που σε κοιτάζει, αλλά ποτέ δεν με είχαν κοιτάξει έτσι, ποτέ δεν το είχα αισθανθεί. Το αισθάνθηκα και γύρισα να κοιτάξω ποιος με κοίταζε, πιο πολύ όμως για να βεβαιωθώ πως είχα αισθανθεί και όχι πως νόμισα πως είχα αισθανθεί. Με κοίταζαν δύο μάτια. Είχα αισθανθεί. Με κοίταζαν δυο μάτια όπως ποτέ δυο μάτια δεν με κοίταξαν όπως με κοίταζαν εκείνα τα μάτια. Κοιτάζοντας τα τα μάτια μου χάθηκαν μέσα σε κείνα τα μάτια. Χωρίς να κάνω καμία σκέψη, καμία προσπάθεια, άφησα τα μάτια μου να τ’ απορροφήσουν εκείνα τα μάτια που με κοίταζαν όπως δεν με είχαν κοιτάξει ποτέ άλλοτε μάτια. Έχετε μπει ποτέ σε μάτια; Σας έχουν τραβήξει ποτέ μάτια μέσα στα μάτια που σας κοιτάζουν για να σας τραβήξουν μέσα τους, να σας πάρουν μέσα τους, να σας κρατήσουν μέσα τους και να μη σας αφήσουν να βγείτε ξανά από μέσα τους; Έχετε χαθεί ποτέ μέσα σε μάτια; Έτσι με κοίταζαν εκείνα τα μάτια. Όχι σαν, ήθελαν πραγματικά να με πάρουν μέσα τους, να με τραβήξουν εξ’ ολοκλήρου από έξω και να με πάρουν εξ’ ολοκλήρου μέσα. Δεν υπήρχε πια το έξω. Υπήρχε μόνο το μέσα που με τραβούσε και με τραβούσε μέσα του, κι εγώ αφέθηκα να με πάρει μέσα του, κοίταξα τα μάτια για να με πάρουν μέσα τους. Κοιταζόμασταν. Πως κοιταζόμασταν. Κοιταζόμασταν σαν να μην υπήρχε στον κόσμο παρά μόνον ο τρόπος με τον οποίον κοιτάζονται δυο ζευγάρια μάτια όταν θέλουν να αλληλοπαρθούν  με το αμοιβαίο βλέμμα. Ανεπαίσθητα είχαμε αρχίσει να προχωρούμε ο ένας προς τον άλλον. Προχωρούσαμε συγχρόνως με τα μάτια του ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου, απορροφημένοι ο καθένας από το βλέμμα του άλλου. Όταν φτάσαμε πολύ κοντά, με τα πρόσωπά μας σχεδόν κολλημένα, αγκαλιαστήκαμε, μετά φιληθήκαμε. Πως φιλιόμασταν. Ατελείωτο φιλί. Ο ένας ρούφηξε τα χείλια του άλλου με τον ίδιο τρόπο που το βλέμμα του ενός ρουφούσε το βλέμμα του άλλου. Φιλιόμασταν. Σαν να μην υπήρχε στον κόσμο παρά μόνον εκείνο το φιλί, σαν να μην υπήρχαν στον κόσμο παρά μόνον τα χείλια μας που ρουφούσαν χείλια. Ατελείωτα. Ο ένας μέσα στην αγκαλιά του άλλου. Βυθισμένοι στο φιλί μας. Γύρω μας δεν ξέραμε, δεν βλέπαμε, δεν καταλαβαίναμε τι γινόταν. Γινόταν κάτι αλλά δεν ξέραμε τι. Δεν θέλαμε να ξέρουμε. Ούτε καν δεν θέλαμε. Ό,τι κι αν γινόταν δεν υπήρχε. Ό,τι κι αν υπήρχε δεν υπήρχε. Ξαφνικά τραβηχτήκαμε, κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλον, και με γρήγορες κινήσεις, ανυπόμονες κινήσεις, με κινήσεις όλο και πιο γρήγορες, όλο και πιο ανυπόμονες, αρχίσαμε να βγάζουμε τα ρούχα μας, ο καθένας τα δικά του και τα ρούχα του άλλου, γδύναμε ο ένας τον άλλον με κινήσεις όλο και πιο γρήγορες, όλο και πιο ανυπόμονες, ώσπου μείναμε γυμνοί. Γυμνοί. Γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλον. Αγκαλιαστήκαμε ξανά. Φιληθήκαμε ξανά. Ξανά. Ξανά και ξανά και ξανά. Τα σώματά μας τυλίχτηκαν το ένα στο άλλο με χάδια. Τα χέρια μας χάιδευαν παντού. Παντού. Ξανά και ξανά. Και γείραμε στο πεζοδρόμιο. Γείραμε αγκαλιασμένοι στο πεζοδρόμιο, τα σώματά μας τυλιγμένα το ένα στο άλλο. Αγκαλιασμένοι. Και φιλιόμασταν. Πως φιλιόμασταν. Ξανά και ξανά. Χαϊδεύοντας. Ο ένας τον άλλον. Εκεί. Στο πεζοδρόμιο. Τα σώματά μας αγκαλιασμένα, τυλιγμένα, χαϊδεμένα, τόσο πολύ φιλημένα, ξανά και ξανά, ενώθηκαν, βυθίστηκαν όπως τα βλέμματά μας το ένα μέσα στο άλλο, ενώθηκαν, χάθηκαν το ένα μέσα στο άλλο, όπως τα χείλια μας, όπως τα μάτια μας. Εκεί. Μπροστά σε όλους. Και δεν υπήρχε κανείς.




ΛΗΘΗ
Δημήτρης Δημητριάδης
εκδόσεις Σαιξπηρικόν



photo Miroslav Tichy

(*)clair de lune Debussy
http://www.youtube.com/watch?v=s2XzoA94Zws&feature=player_detailpage

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Το Θείο Τραγί




«…Από κάποιαν φρικτήν αντινομίαν της φύσεως, χάρις εις κάποιαν μυστηριώδη ατέλειαν του εγκεφαλικού μας συστήματος, εξεφύγαμεν ημείς την νωθράν Χαναάν της γαλήνης των όντων, την χαύνην μακαριότητα των λοιπών επί του πλανήτου μας ζώων. Αδελφοί ημείς και αυτά εν τη ύλη, ομοούσιοι, ομοιογενείς εις την σύστασιν – σχεδόν πιστά αναμεταξύ μας αντίγραφα, - απέχομεν οι μεν απ’ τα δε μολαταύτα, εις σημείον τραγικόν, πεπρωμένον. Ερρίφθημεν ημείς έξω από την γραμμήν της ταυτότητος, από την διελκυστίνδα της ύλης. Αδύνατον να συνεννοηθώμεν μαζί των, αδύνατον ν’ ανταλλάξωμεν λέξιν.
Υπείκοντες εις τας παρορμήσεις της αλλοπροσάλλου ημών φύσεως, κατακαιόμενοι από τον συνδαυλισμόν ιδιοσυγκρασίας ανίσου – φοβεροί εν μέσω των τρόμων μας, εν τω μέσω των αμφιβολιών μας μοιραίοι – θα καταυγάσωμεν μολαταύτα δια της θριαμβευτικής τεθλασμένη μας – των αστραπών των ψυχών μας – την σκοτεινήν ταύτην μοίραν. Διαγράφομεν ημείς αντιθέτως τον κύκλο μας. Με ακατασίγαστον εντός μας την μαγγανείαν των φλάουτων, θα εξακολουθήσωμεν εις το διηνεκές την τρομώδη πορείαν μας, επί μάλλον και μάλλον ριγηλοί και αντίνομοι – υψηλοί και χυδαίοι – μέχρις ου επ’ αυτοφώρω συλλάβομεν τον παρθένον αριθμόν, το σημείον, το σύνθημα, που συμβολίζει το σύμπαν! .»
Τέλειωσα.
(…) Το ακροατήριο μου ήταν ηλίθιο. Αντίς να με συγχαρούν τους συγχαίρομαν. ΄Εσφιγγα του καθένα το χέρι του λέγοντας πως «πολύ ευχαριστώ» πως «πάρα πολύ του καλημέρα»… Στη γλώσσα που τάπες (μου λέει κάποιος από δαύτους) δεν καταλάβαμε τίποτα.
-Μα βρε χτήνη, τ’ απαντάω, εγώ δε τάπα να τα καταλάβετε μήτε σεις, μήτ΄ελόγου μου. Αν τα νιώθατε, ξέρετε τ’ είσαστε καλοί να μου πείτε; πως και σεις θα τα λέγατε. Ενώ τώρα… που να το χωρέσει το μυαλάκι σας τώρα. Η θολούρα σας ζάλισε. Κ’ έφυγα. Τους τίναζα τις παλάμες μου: φάσκελα – σαν δυο μπόμπες που σκαν στον αέρα – και τράβηξα…
Σιχτίρ κουκουβάγιες…


Το Θείο Τραγί
(1931)
Γιάννης Σκαρίμπας
εκδόσεις : Νεφέλη 1993