Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Το έτσι μου το αγχέμαχο




Γιατί στο κάτω κάτω της κραυγής

εγώ δεν ήρθα εδώ να πτοηθώ

είμαι ο καλπάζων νους
        της άλλης γονιμότητας

που’ χει βαθύνει τις ρωγμές

και πιο πολύ
       το πείσμα

       ν’ αρνείσαι

       τον ήλιο

σ’ όλες τις ηλικίες του
-είναι σ’ όλες ανήλικος


Ναι
     λέει στη ζωή
Ναι
      και στους σύρτες της

Για τέτοιο πείσμα μιλάω

Η μια πνοή είναι μια
              οι δύο είναι αμέτρητες


Εκεί που χορταριάζει το χάος
πάμε και χτίζουμε σπίτια.




Γιάννης Στίγκας

Ο ΔΡΟΜΟΣ
ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

εκδόσεις: Μικρή Άρκτος 2012

 
photo: Hiromi Tsuchida

Κυριακή 6 Μαΐου 2012



...


το φως το καταντήσαμε
την τέλεια –για το τίποτε- κρυψώνα

 ...



την ακτινογραφία του κόσμου
με τα σπασμένα γόνατα
το ξοφλημένο στέρνο
και τις ρωγμές να υφέρπουν ύπουλα
μες στις δημοκρατίες

It’ s a strange thing
It’ s a strange thing
The power of evil

Αλλά η πιο μεγάλη ειρωνεία της ρωγμής

δεν είναι αυτό που κάνει στα μελλούμενα

ούτε το πώς ξεχειμωνιάζει μες στα φόβητρα

Είναι
        που λειτουργεί σαν κλειδαρότρυπα

Όσο και να την αγνοείς

μια μέρα φτάνει ως το μάτι σου

και τότε βλέπεις καθαρά:


Αριστερά / μόνο                                             Δεξιά / μόνο

Ότι η μοίρα                                                   Ότι η στάθμη
κι η αστοχία μας                                            του κενού
είναι το ίδιο πράγμα                                      δεν ανεβαίνει τυχαία


Μα τέτοιες συμπληγάδες – Παναγία μου –

εγώ τις έμαθα καλά

Με κάθε νύχτα που περνά

η υπομονή μου χάνει κι ένα δάχτυλο

Εννιά

          Οχτώ

                   Εφτά

Αλλά κι απόψε θα περάσω απέναντι

Απόψε  - όχι για την ποίηση

    -μη φανταστείτε κάτι  ηρωικό –

Απλά
  για να πάρω τσιγάρα.




Γιάννης Στίγκας

Ο ΔΡΟΜΟΣ
ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Εκδόσεις: Μικρή Άρκτος 2012

Photo: Bill Vacarro

... ονειρεύτηκα).




Όνειρο        ( όπου -πραγματικά- ονειρεύτηκα )
 ή
Αναπνέουμε.




ωραία… 
                 Αναπνέουμε.                                                   ( μέσα σε )

κρυστάλλινο νερό                                                               ...
 ...                                                                                            ...
      ...                                                                                       ...
...                                                                                             ...
 και δεν πνιγόμαστε.                                                           ...

                                                                                                ...

 Γελάμε.                       ( Αιωρούμενες παλάμες                ...
                                                    Δάχτυλα φύκια )             ...

                                                                                                ...



Αστράφτοντας                                                                     ...
ένα διαμαντένιο φόρεμα
μες στην ασπρόμαυρη φωτογραφία
των άλλων.                                                                          ...

                                                                                                ...

                                                                                                 ...

6.5.2012  (ξύπνησα.)

και…




photo:  Astrid Kruse Jensen

http://www.youtube.com/watch?v=RUu08iSV35g&feature=related

Enrico Caruso
"The Pearl Fisher"
"Je crois entendre encore"

Bizet

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

α΄




 Οι ιδέες που παραδέχουμαι έχουν σώμα και υπόσταση, και γι’ αυτό τις λέω σκοτεινές. Μπορούν, είναι ικανές να πείσουν τις αισθήσεις. Οι ιδέες αυτές ανεβαίνουν από μέσα μας και εκρήγνυνται σαν άνθη στον έξω κόσμο. Συνεχίζοντας την παρομοίωση της ιδέας με τον κόσμο της βλαστήσεως, μπορούμε να διακρίνουμε  στην υπόστασή της διάφορα στάδια, ανάλογα κάπως με τα στάδια της φυτικής καλλιέργειας και αναπτύξεως. Ίσως εν τέλει και συνολικά η ιδέα να μην είναι παρά η φυσική ακολουθία της καλλιέργειας του αντικειμένου κόσμου μέσα στην υποκειμενική ψυχή. Επόμενα, μπορούμε για μια ιδέα να πάρουμε και άλλα στάδια της εσωτερικής ανόδου και αναπτύξεως, εκείνα επί παραδείγματι που δεν είναι καθόλου άνθη, το μακρόχρονο υπόγειο στάδιο των αλλοιώσεων που υφίσταται ο σπόρος. Το στάδιο τούτο δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς πως αναγκαστικά, όσες σχετικές διαφωτίσεις κι αν γίνουν, παραμένει κατά βάσει σκοτεινό. Αν πάλι πεισθούμε αρχικά για τη σκοτεινάδα των ριζών, κατόπι δεν είναι δύσκολο να πεισθούμε και για τα σκοτεινότητα του λουλουδιού. Μ’ αυτό δεν θέλω να εμπνεύσω κανενός είδους απαγόρευση, ώστε βγαίνοντας στους αγρούς να διστάζετε να κόψετε αγκαλιές λουλούδια. Είναι γεμάτα ομορφιά και στολίζουν πλούσια το σπίτι. Αλλά τούτο μόνο∙ μην πιστέψετε ποτέ ότι κόβοντας τα λουλούδια, συναποκομίζετε και το μέγα μυστήριο της αγάπης που τα γεννά. Μια τέτοια αγάπη η φύση είναι και ο κόσμος των ιδεών που προβάλλει ο Πλάτων. Δεν θα τολμούσα ν’ αναναφερθώ με τόση έμφαση στην πραγματικότητα του, αν όλα δεν με έπειθαν σχετικά  τον τελευταίο καιρό που δεν κάνω άλλο από το να περιδιαβάζω στους λειμώνες. Επ’ αυτού πρέπει να ομολογήσω ότι δεν συνετέλεσαν ολίγο οι ανοιξιάτικοί μου περίπατοι στο κοντινό προς την πόλη μας δάσος Κουρί, με τα ωραιότατα χοτοβριθή λιβάδια του. Ήταν δυνατό, βλέποντας τα παράξενα φυτικά είδη Όρχις και Όφρυς, να μην τρέξω να δρέψω ποικοιλόμορφες ομορφιές, γεμίζοντας την αγκαλιά μου με ιδέες; Το σπίτι μας κάποια στιγμή πρόβαλε στολισμένο σαν αληθινό παλάτι της ευτυχίας. Γρήγορα βέβαια όλα μαράθηκαν, και πιθανότατα στη φτώχεια που ένιωσα εκ των υστέρων να ωφείλεται το πλείστον των παροξυσμών της απελπισίας που με κατέβαλε. Δεν ήμουνα εγώ η γης που θα φύτρωναν τα άνθη. Το σπίτι άδειασε. Ωστόσο από τόσο πλήθος μαραμένων νεκρών λουλουδιών κάτι δεν μπορεί παρά να προβάλει. Αυτή η αντίληψη είναι η ιδέα- κίνητρο που πλημμυρά με αισιοδοξία τα μέσα μου. Ύστερα από την απογύμνωση, ξαφνικό φως, σχεδόν σου επιτρέπει να σκύψεις, να δρέψεις εν’ ακόμα στερνό λουλούδι, για στολισμό του σπιτιού, την αισιοδοξία που προβάλλει ολοκάθαρη. Θεέ μου! Αν είναι αλήθεια ότι στην άγονη, νεκρή γης επέτρεψες να επανανθήσει  το φως, τότε, κι όταν ακόμα μαραθεί και διαβεί ο καιρός του, η αμφιβολία δεν θα ΄χει πια τόπο να σταθεί, αφού άπαξ ο νεκρός στολίζεται με άνθη.




Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
«Η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής»
εκδόσεις:  Άγρα

photo: Teresa Munisteri – ¨vestigial forest¨

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ό,τι




Ό,τι -
θέλεις.
Ας-
Το
Θέλεις.
Έστω…
με Απελπισία.


Photo: Martin Stranka – I Came There -

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

…πίστη




…Η ψυχή μου ωθούνταν μ’ ένα άπλωμα του χεριού να φτάσω να εγγίσω τις σκιές. Προς ποια κατεύθυνση έπρεπε ν’ απλώσω το χέρι μου δεν ήξερα, και εμποδιζόμουν να κάνω την παραμικρότερη κίνηση. Πέρα όμως απ’ όλα τα εμπόδια διέκρινα το γαλήνιο φως, το μυστικό καντήλι που έφεγγε γλυκά σαν μέλι. Τούτο είναι ό,τι μπορώ να ονομάσω μέσα μου πίστη, που δεν έπαψε να με οδηγεί πάντοτε. Ίσως λόγος ψιλός, και όμως γύρω απ’ αυτό το άσαρκο σώμα αδιάκοπα οργανώνονται όλα τα καθ’ ημέραν γεγονότα, συμβάντα και πράγματα της ζωής μου. Συχνά δεν ξέρω με ποιο τρόπο, και βυθίζομαι σε ένα ασυνάρτητο σκότος, σε ένα χάος άμορφο, ίσαμε που να με οδηγήσει πάλι το φως.




Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
«Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής»
Εκδόσεις: Άγρα 2008

Photo: Kamil Vojnar – airport

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

…και αχαλίνωτη είναι της ζωής η αυθαιρεσία.




Αποχαιρετώ όλα όσα ήμουνα και ζούσα,
όσα περιφρονούσα, μισούσα, αγαπούσα.

Της νέας ζωής την αρχή κρατώ,
το δέρμα της χτεσινής μέρας τ’ αποχαιρετώ.

από τον εαυτό μου ειδήσεις δεν θέλω πια,
τον εαυτό μου αποχαιρετώ ολοκληρωτικά,

πάνω από μένα στέκομαι λοιπόν και με κοιτάζω,
την ψυχραμένη μου ψυχή αδειάζω,

τον εαυτό μου αφήνω στο κενό,
με βλέπω αδιάφορα σαν κάποιος άλλος να’ ναι εδώ.

Σας χαιρετώ, σας χαιρετώ, στήθη μου παγωμένα,
ψωμί χωρίς εμένα, κρασί χωρίς εμένα,

όνειρα της νύχτας και πεταλούδες της μέρας χωρίς εμένα
σας χαιρετώ, όλα χωρίς εμένα κι όλους χωρίς εμένα!

Διαβάζω σελίδες από τα άγραφα βιβλία,
ακούω του στρογγυλού μήλου την κυκλική ομιλία,

ακούω του λευκού συννέφου τον κάτασπρο λόγο εδώ,
μα ούτε μια λέξη για σας να φυλάξω δεν ξέρω εγώ,

γιατί σαν άδειο δοχείο έζησα τη ζωή μου
και δεν ξέρω γιατί θρυψάλιασα την ψυχή μου.

Την κινούμενη σφαίρα στο χέρι μου πια δεν κρατώ
κι ούτε λέξη χωρίς λέξη δεν θα σας πω.

Μα κάποτε, άνθρωποι, φύλλα και χόρτα, ψάρια και πέτρες
βαρειές,
έβρισκαν μέσα μου λέξεις βαθειές.



Αρσένι Ταρκόφσκι



IV


Όπως ένα δέντρο από τον διαβρωμένο γκρεμό
πετώντας το χώμα προς τα πάνω
γκρεμίζεται με τις ρίζες του ψηλά,
και το γρήγορο ρεύμα του νερού παίζει με τα κλαδιά,
έτσι ο σωσίας μου πάνω σε άλλο γρήγορο ρεύμα
φεύγει από το μέλλον στο παρελθόν.
Εγώ από κάποιο ύψος ακολουθώ τον εαυτό μου με το
βλέμμα
κι αρπάζω κάτω την καρδιά.

Ποιός μου έδωσε
τρεμουλιαστά κλαδιά, ισχυρό κορμό
κι ασθενικές αδύνατες ρίζες;
Ολέθριος είναι ο θάνατος, μα η ζωή πιο ολέθρια,
και αχαλίνωτη είναι της ζωής η αυθαιρεσία.
Φεύγεις Λάζαρε; Ας είναι, φύγε!
Καίει ακόμα πίσω ο μισός ουρανός.
Δεν υπάρχει πια η σύνδεση ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα.
Κοιμήσου, ω φιλόβιε! Τα χέρια πάνω στο στήθος
ακούμπησε και κοιμήσου!





Αρσένι Ταρκόφσκι

ΧΡΟΝΟΣ
Εικοσιπέντε στάσεις στο ποιητικό του έργο

Μετάφραση: Μαξίμ Κίσιλιερ – Λίνος Ιωαννίδης
Εκδόσεις: Ίνδικτος 2008

στην φωτογραφία ο Αρσένι Ταρκόφκι

photo: Soryo Wibowo

Debussy - Nocturne

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

...όλα τα λέω ποίηση και πια δε νευριάζω




«Καθώς σκυμμένη κοντά του, κατά
την περισυλλογή στο κουτί των
σπίρτων που δεν είχαν χρησιμο-
ποιηθεί, αντικρίζοντας το είδωλο
του προσώπου της στην κόρη των
ματιών του, είχε αντιληφθεί ότι το
εικόνισμα αυτό στα μάτια του πλη-
σίον της, αποτελούσε όλη την
αλήθεια του είναι, του δικού της,
όπως και εκείνου, μέσα στα δικά
της μάτια, που αυτός έβλεπε.»

ΑΝΝΑ ΚΑΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΑ ΠΑΡΑΒΟΛΗ


(… Είπε από τον άλλον μπορείς να μάθεις έναν δρόμο που δεν
έχεις
Προς τα πού;
Προς την ευτυχία)

(…Είπε ότι όταν κλαίω είναι σαν να έχω μιλήσει σε κάποιον
και να με έχει παρηγορήσει)

…είπε μου αρκεί ότι βρήκα έδαφος πραγματικό όπου να σταθώ και να γονατίσω


Συναξαριστής – αυτός που γράφει για
τις ζωές των άλλων. Για να μην ξεχαστούν

Αφήγηση περιστατικού όπου αναφέρεται, ότι μετά από τρείς ώρες σκληρών διαπραγματεύσεων με τον ιδιοκτήτη του ακριβού ρεστωράν, τον είδαν να βγαίνει κουβαλώντας έναν τεράστιο καθρέφτη, στον οποίο πριν 30 χρόνια και για 10 μόνο λεπτά είχε καθρεφτιστεί μέσα η αγαπημένη του


Αφήγηση που αναφέρει ότι το άναμμα του αι-
σθήματος του το προκάλεσε με την επιμονή της
η Αλεπού, χαρίζοντας του ένα γλαστράκι με θαυ-
μάσια κυκλάμινα και τα έτι θαυμασιότερα χείλη
της για ένα φιλί.
Ο καημένος εξακολουθεί να απορεί γιατί εκείνο
το φιλί δεν είχε δεύτερο, και του πονάει ολόκληρο
το σώμα του βυθισμένο στη φτώχεια, που τον
μειώνει σε σημείο που να καμαρώνει όσους πιά-
νουν το τουφέκι και γίνονται ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ, να χα-
λάσουν αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, για έναν άλλον
καλύτερο, όπου, δίχως βέβαια να το λέει, πιστεύει
με όλη του τη δύναμη πως θα έχει όσα φιλιά θέ-
λεις


Στα σίγουρα, το ερχόμενο καλο-
καίρι, πιθανόν Ιούλιο, που η θα-
λασσα είναι ωραία και ζεστή, η
Άννα θα αντάμωνε τον άνθρωπο,
που εξακολούθούσε πάντα να τον
αγαπά, μυστικά, μέχρι του μυελού
των οστέων της και ας μην του είχε
πει τίποτα και χωρίς να έχει από
αυτόν κανένα σχετικό λόγο ακού-
σει, μόνο που σκύψανε και οι δυο
τους χαμηλά, να μαζέψουν από
κάτω τα σπίρτα, που είχαν σκορπί-
σει, όταν εκείνη βιαστική είχε σπεύ-
σει να του ανάψει το τσιγάρο, που
μόλις είχε φέρει στα χείλη του.


Περιγραφή προσόψεων σπιτιών –που αντικρίζουν το ανοιχτό ατέρμον πέλαγος –γεμάτα από φωλιές πουλιών. Που έχοντας εκκολάψει και μεγαλώσει τα νεογνά, προπαρασκευάζονται για αναχώρηση «σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη, που κανέναν δεν ξέρουμε και κανείς δεν μας ξέρει»


Τα πρόσωπα των ερωτευμένων σχολιάζουν το βιβλίο: «Ο κήπος των χαδιών». Ο έρως, ομολογούν από κοινού, είναι η δύναμη που εμπνέει εμπιστοσύνη στο ότι υπάρχουμε. Ασυγκράτητος ο Αντώνης την φιλά. Εκείνη δεν πρόφτασε να τον εμποδίσει, εξηγώντας ότι παθαίνει αναφυλαξία κάθε φορά που της αγγίζουν τη μύτη. Εκείνος τότε εκφράζει παράπονα για την απόσταση στην οποία τον κρατά. Η Άννα λυπάται και του λέει, ότι πρέπει να πιστέψει, πως ολόκληρη η ψυχή της του ανήκει. Εκείνος σα να βρίσκεται μπροστά στο τίποτα και την άρνηση, θυμάται το ποίημα του βιβλίου, όπου ο εραστής επιτίθεται κρατώντας εγχειρίδιο. Εκείνη τότε του απαντά, ότι θα δεχόταν πρόθυμα να τη σκοτώσει, αν ήξερε πως αυτό θα αύξανε την πίστη του στην αγάπη. Ο Αντώνης συνεχίζει με ένα άλλο ποίημα, όπου ο εραστής κινούμενος από την παρόρμηση πλήρους κατοχής του αντικειμένου του έρωτος, το αφήνει να απομακρυνθεί, σκύβοντας και ασπαζόμενος τη σκιά του, πάνω στην άμμο της ερήμου, της οποίας το πνεύμα έχει εμποτίσει βαθιά την Αραβική ποίηση. Η Άννα σπεύδει να σηκώσει τον Αντώνη και οι δυο τότε μαζί γονατίζουν και προσεύχονται. Χωρίς τη βοήθεια του Θεού ομολογούν, είναι αδύνατο να αγαπηθούν σωστά, χορταίνοντας από τα σκιώδη


ΟΛΑ ΤΑ ΛΕΩ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΙΑ ΔΕΝ ΝΕΥΡΙΑΖΩ






(…σκόρπια.
από το πρόγραμμα της παράστασης

«Βίοι (Ζωές) Αγίων»

ιδέα, σύλληψη, σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός

τα αποσπάσματα είναι από το «ΑΡΧΕΙΟΝ» κύρια,
καθώς και από τα «Ομιλήματα» και την «Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής»
του Νίκου Γαβριήλ Πεντζικίδη

φωτογραφία : από την ταινία «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν»
του Αντρέι Ταρκόφσκι

http://www.youtube.com/watch?v=9wA_S8TlLu0&feature=related
Low - Last Night I Dreamt That Somebody Loved Me

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Και πονάμε






Και πονάμε
Στριφογυρνάμε ξανά και ξανά στη δύστυχή μας κλίνη
Και κάτω απ’ αυτή τη κλίνη
Είναι ο ουρανός και δεν το ξέρουμε






Κάρλος Εδμούντο Ντε Ορύ
«Σαράντα Ποίηματα»
Μετάφραση: Κώστας Βραχνός
Εκδόσεις: Ηριδανός

Photo: Fransesca Woodman

http://www.youtube.com/watch?v=1tVJmck8UU8
(…dance with me baby…I’m falling…)

Η σιωπή




Δεν υπάρχει κανένας Είμαι εγώ μονάχος και το βιολί της σιωπής
Η σιωπή είναι ένα κρυστάλλινο νερό που κελαρύζει
Στη σιωπή ακούγονται τ’ αργά βήματα κάποιου τρελού
Που πάει κι έρχεται χωρίς κανένα σε κάποιο δωμάτιο.
Έχασα τα δάχτυλά μου σ’ ένα απέραντο πιάνο…
Ένα πιάνο φάντασμα που βρίσκεται στην καρδιά μου
Η σιωπή Η σιωπή! Πιστεύω στη σιωπή
είναι κάποιος άγγελος που ακούει όσα λέει ο Θεός
στη σιωπή ακούγονται να πέφτουν φύλλα φθινοπώρου
ακούγονται κύμματα και φιλιά και ο μάγος του ρολογιού
στην άμαξά του με τις ώρες και τις μεταξένιες ρόδες
σε μια υγρή ακτή από γέλια και πόνο
Μια γλώσσα αγγέλου η νοτισμένη μου καρδιά
απ’ το νερό της σιωπής τραγουδά χωρίς σκοπό κι αιτία
Θέλει να τραγουδήσει το ίδιο που τραγουδούσε ο Θεός
Τα πόδια του Θεού πατάνε σήμερα την πράσινη καρδιά μου


Τ’ απόγευμα που βρέχει μια γυναίκα χωρίς φύλο
Μία γυναίκα από αέρα και γάζα πλανάται Πάω
Κοντά της δεν υπάρχει Βλέπω μόνο τα μάτια της
το στόμα της και τα μαλλιά της Όμως δεν υπάρχει όχι
Δεν υπάρχει κανείς Είμαι εγώ μονάχος Η ψυχή μου είναι ένα μεγάλο δοξάρι
Του βιολιού της σιωπής σ’ έναν ερωτικό ουρανό
Βγαίνω στο παράθυρο… Συνεχίζει να βρέχει Συνεχίζει…
Μία πικρή γυναίκα κλαίει απόψε
με τη θεία νοσταλγία ενός μακρινού πράγματος
Τη νύχτα φτιάχνει η βροχή μιαν ανθισμένη κιθάρα

Σήμερα δεν έχει φεγγάρι… Το φεγγάρι θα το φτιάξω μόλις πεθάνω






Κάρλος Εδμούντο Ντε Ορύ
«Σαράντα Ποίηματα»
Μετάφραση: Κώστας Βραχνός
Εκδόσεις: Ηριδανός



http://www.youtube.com/watch?v=7l-R-2NYc7w

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

«Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»




(απόσπασμα)

“…Μνημόσυνο για τους πεσόντες
Εξέδρες/ τα ψηλά καπέλα των υπουργών
μονύελα, γάντια, ακριβές γούνες
οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα
πίσω από τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν
στριμώχνεται ο λαός.
Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες
φάτσες μελανιασμένες απ’ το κρύο
χοντρά δυνατά σαγόνια σαπισμένα δόντια
μάτια κάτω από τσαλακωμένα κασκέτα
κόκκινα και βλοσυρά.
Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σας
αλληλούια/ φυσάει […]
Ο πόλεμος/ ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός
ο πόλεμος/ αλληλούια
φυσάει μες απ’ τα δεκανίκια των σακάτηδων
που χτυπάνε τις πόρτες των πολιτειών
φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών
που παίζουν στις γωνιές των δρόμων
φυσάει ανάμεσα στα κόκαλα των νεκρών […]
Το έθνος μας απειλείται…
υπέρ βωμών και εστιών…
μα πρέπει να συντομεύουμε εξοχότατε
μας περιμένουν για το τσάι
ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη
ένας ζητιάνος ξύνει τ’ αχαμνά του
Φυσάει στα κοκαλιάρικα απλωμένα χέρια
των ζητιάνων στα σκαλοπάτια των εκκλησιών
φυσάει στις ξεπαγιασμένες ουρές
έξω από τα λαϊκά συσσίτια
φυσάει στα ορφανοτροφεία, στα μπορντέλα
στα παιδικά άσυλα, φυσάει, φυσάει
- Να διαφυλάξουμε την ασφάλειαν του έθνους
- Να διώξουν λένε κι άλλους εργάτες αύριο, τι θα γίνουμε
- Σας πάει περίφημα η ερμίνα αγαπητή μου
- Ελεήστε με χριστιανοί, δώστε μου μια δραχμίτσα
- Μακάριοι οι πεινώντες κι οι διψώντες
- Κάνε πιο κει το στόμα σου βρομάει σαν απόπατος
- Η ελευθερία της πατρίδος
- Την πήγε στο νοσοκομείο μα θέλαν λεφτά…
- Απαιτεί να εξοπλισθώμεν
- Πέθανε
- Φυτίλια για τους αναφτήρες…φυτίλια, φυσάει
τι θα γίνουμε
πάρτε αδέρφια έχουμε και φυτίλια για δυναμίτες.
Φυσάει μες απ’ τους σκισμένους αγκώνες των χαμάληδων
φυσάει μες από τα τρύπια βρακιά των ανέργων
φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.
Ο υπουργός χειρονομεί
πάνω στο χαμηλό μαύρο ουρανό
τα χέρια του σχεδιάζουν την προδοσία […]
Φυσάει, ο άνεμος μπερδεύει τους δρόμους
τις χρονολογίες, τα πρόσωπα
παρασέρνει τη σκόνη απ’ τα πεδία των μαχών
αυτή η σκόνη θάβει σιγά σιγά την Ευρώπη […]
Ένα σινιάλο ουρλιάζει τη νύχτα S.O.S, S.O.S…
Ο κόσμος βουλιάζει…
Φυσάει παράξενα απόψε ο άνεμος
αλλάζοντας το σχέδιο του κόσμου […]”



Τάσος Λειβαδίτης
Ποίηση
Κέδρος

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Αγαπώ μια γυναίκα με μακριά μαλλιά


Αγαπώ μια γυναίκα με μακριά μαλλιά
Σαν σε λίμνη βυθίζομαι στο απαλό της πρόσωπο
Λάμνει αργά το μέτωπό μου στην κοιλιά της
Ψηλαφώ δαγκώνω χαϊδεύω μεταξένιους όγκους
Εντοπίζω εσοχές σφουγγίζω τον χυμό τους
Γυναίκα έλος μου σκοτεινή αράχνη
Απέραντε λαβύρινθε τύμπανο παλάτι παράξενο
Είσαι η μόνη μου αδερφή της λήθης κι εγκατάλειψης
Τα στήθη σου οι διπλοί γοφοί σου δίδυμα βουνά
Μου δίνουν την ασπράδα του γιγάντιου περιστεριού
Ο έρωτάς μας είναι νυχτερινός τη νύχτα
Σε αυστηρές ωμότητες μας σμίγει στο κρεβάτι
Υψώνονται κολώνες ευωδίας και στεναγμών.

Αλέθω μασώ ρουφώ κατακρημνίζομαι
Ανθίζει ο πόθος μες σε ανοιχτούς τάφους
Τάφους φιλιών στομάτων οστράκων
Πετώ απ’ τα δηλητήρια αρρωστημένος
Κυβερνώντας στις μεμβράνες σου πλάνητας και διεφθαρμένος
Τίποτα δεν σταματά τίποτα δεν ξεκινά όλα είναι θρίαμβος
Της τρυφερότητας που η σιγή φρουρεί
Η σκέψη έφυγε από κοντά μας
Σμίγουν τα χέρια μας σαν ευτυχισμένες πέτρες
Ήρεμος είναι ο νους σαν ασάλευτο στεγανόποδο
Λιώνουν οι ώρες τα λεπτά εξαντλούνται
Δεν υπάρχει παρά αγωνία και ηδονή

Ηδονή, δεν μιλά το πρόσωπό σου μόνο πάει καβάλα
Σ’ ένα κόσμο νεφελώδη στη σπηλιά του Είναι
Είμαστε μουγγοί δεν ζούμε στη γελοία ζωή
Τρομεροί καταντήσαμε και θείοι
Κρυφοί μελισσοκόμοι άφθονου μελιού
Ακούγονται τα βογγητά της ακόρεστης σάρκας
Κάποια στιγμή άκουσα το μισό μου όνομα
Να βγαίνει ξαφνικά απ’ τα σμιχτά σου δόντια
Μπόρεσα να δω στο φως της έκφραση της όψης σου
Σ΄ εκείνη την έκσταση έμοιαζες άλλη γυναίκα.

Το σκοτάδι με φουρκίζει δεν σε βλέπω
Δεν βρίσκω το κεφάλι σου δεν ξέρω τι αγγίζω
Τέσσερα χέρια φεύγουνε με κοιμισμένους κάτοχους
Και τέσσερα πόδια μακριά τους τριγυρίζουν
Πια δεν υπάρχουν κάτοχοι μόνο κενό κενό
Της ηδονής το πλοίο στ’ ανοιχτά έχει ξωκείλει
Που είσαι; Που είμαι; Ποιος είμαι; Ποιος είσαι;
Για πάντα εγκαταλείπω αυτές τις ερωτήσεις
Μεθυσμένος μαγεμένος τρελός στις πύλες της νοσηρότητας
Το πάθος μεγαλόπρεπο τη φαλλική σειρά προσμένω

Βρισκόμαστε μαζί ξανά σ’ ένα δωμάτιο
Γυμνοί υπέροχοι συνεργοί του Θανάτου




Κάρλος Εδμούντο Ντε Ορύ
«Σαράντα Ποίηματα»
Μετάφραση: Κώστας Βραχνός
Εκδόσεις: Ηριδανός

Photo: Bill Brandt 1947

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012



www.toact.blogspot.com

φωτογραφία: Μαρία Καψή

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

...πάρε ένα μπισκότο




"Το βλέμμα του Οδυσσέα" 1995
Θόδωρος Αγγελόπουλος

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

τα κύμματα



...

Νιώθω και πάλι την αντανάκλαση στο παράθυρο του τούνελ∙ ζωντανεύει. Καθώς σκύβω μπροστά, οι μαυρόασπρες φιγούρες των άγνωστων αντρών με κοιτάζουν∙ καθώς γυρίζω για δω έναν πίνακα, γυρίζουν κι αυτοί. Το χέρι τους πάει νευρικά στη γραβάτα τους. Πασπατεύουν το γιλέκο τους, το μαντίλι στο τσεπάκι τους. Είναι νέοι πολύ. Θέλουν να κάνουν καλή εντύπωση. Νιώθω να ξεπηδούν από μέσα μου χίλια ταλέντα. Είμαι τσαχπίνα, είμαι ζωηρή, είμαι αδιάφορη, μελαγχολική. Με κρατούν ρίζες, αλλά κυλάω. Ολόχρυση, κυλάω κατά κει, λέω σε τούτον:«Έλα». Σκοτεινή, κυματίζω, λέω σε κείνον «Όχι». Κάποιος αφήνει το πόστο του κάτω απ’ το σκρίνιο. Πλησιάζει. Έρχεται προς το μέρος μου. Αυτή είναι η πιο έντονη στιγμή που έχω ζήσει. Φτερουγίζω. Κυματίζω. Κυλάω σαν ένα φυτό στο ποτάμι, πάω καταδώ, πάω κατακεί, αλλά ριζωμένη, ακούνητη, για να μπορέσει να’ ρθει σε μένα. «Έλα», λέω, «έλα». Χλωμός, με μαύρα μαλλιά, αυτός που έρχεται είναι ρομαντικός, μελαχγολικός. Κι εγώ είμαι ζωηρή, αβίαστη, ιδιότροπη∙ γιατί αυτός είναι μελαχγολικός, ρομαντικός. Ήρθε∙ στέκεται δίπλά μου.
»Τώρα, μ’ ένα σείσμα, σαν πεταλίδα που ξεκολλάει απ’ το βράχο, αποσπώμαι∙ πέφτω μαζί του∙ απάγομαι. Παραδινόμαστε σ’ αυτό το σιγανό ρέμα, το διστακτικό τούτο βαλς. Χτυπάει πάνω, σπάζει. Τώρα μας παρασύρει αυτή η μεγάλη φιγούρα∙ μας κρατάει μαζί∙ δεν μπορούμε να βγούμε έξω απ’ τα ελικοειδή, διστακτικά, αλλ’ απότομα, κυκλοτερή τείχη της. Τα σώματά μας – το δικό του σκληρό, το δικό μου ευλίγιστο – σφίγγονται μαζί στο δικό της σώμα∙ μας κρατάει μαζί∙ και μετά, πάιρνοντας μήκος, ξεδιπλώνει πολύπλοκες πτυχές, όπου μας στροβιλίζει συνεχώς. Ξαφνικά η μουσική σταματάει. Το αίμα μου συνεχίζει να τρέχει, αλλά το σώμα μου στέκεται ακίνητο. Το σαλόνι γυρίζει μπροστά μου. Έπειτα σταματάει.
Έλα, λοιπόν, ας πάμε, χορεύοντας ακόμη, σε κείνες τις χρυσές καρέκλες. Το σώμα είναι δυνατότερο απ’ ότι πίστευα. Είμαι πιο ζαλισμένη απ’ όσο νόμιζα. Δεν, μ’ ενδιαφέρει τίποτα. Δεν με νοιάζει κανένας, εκτός από τούτο τον άντρα που δεν ξέρω ούτε καν τ΄ όνομά του. Έχουμε την έγκρισή σου, φεγγάρι μου; Δεν είμαστε χαριτωμένοι, έτσι που καθόμαστε, εγώ στο σατέν, αυτός στα μαυρόασπρα; Τώρα μπορούν να με κοιτάξουν αυτοί που είναι ίσοι μου. Σας κοιτάζω κι εγώ κατάματα, άντρες και γυναίκες. Είμαι μια από σας. Αυτός ειν’ ο κόσμος μου. Τώρα παίρνω τούτο το ποτήρι με το λεπτό πόδι και πίνω. Το κρασί είναι δριμύ, δυνατό. Δεν μπορώ ν’ αποφύγω ένα μορφασμό καθώς πίνω. Άνθη και αρώματα, λάμψη και φλόγα, αποστάζονται εδώ σ’ ένα πύρινο κίτρινο υγρό. Ακριβώς ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου, ένα πράγμα στεγνό, κλείνει σιγά σιγά τα ολάνοιχτα μάτια του, βυθίζεται στον ύπνο, αποκαρώνει. Αυτό είναι η έκσταση∙ το χαλάρωμα. Η μπάρα βαθιά στο λαιμό μου σηκώνεται. Λέξεις μαζεύονται, συνωστίζονται και σπρώχνονται μπροστά, η μια πάνω απ’ την άλλη. Δεν έχει σημασία ποιές. Σκουντιώνται, σκαρφαλώνουν η μια πάνω στην άλλη. Οι μόνες και μοναχικές ζευγαρώνουν, κυλιώνται, γίνονται πολλές. Δεν έχει σημασία τι λέω. Στριμωγμένη, σαν πουλί που φτεροκοπάει, μια φράση ξεφεύγει, διασχίζει τον άδειο χώρο ανάμεσά μας. Κάθεται στα χείλη του. Γεμίζω ξανά το ποτήρι μου. Πίνω. Το πέπλο ανάμεσά μας πέφτει. Έγινα δεκτή στο θερμό, ιδιωτικό χώρο μιας άλλης ψυχής. Είμαστε μαζί, ψηλά, σ’ ένα πέρασμα στις Άλπεις. Αυτός στέκεται μελαγχολικός στην άκρη του δρόμου. Σκύβω. Κόβω ένα γαλάζιο λουλούδι, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και του το βάζω στο πέτο. Αυτό! Αυτό είναι η στιγμή της έκστασης.




Virginia Woolf
« The Waves», 1931

μετάφραση: Άρης Μπερλής
εκδόσεις: Κρύσταλλο 1986

photo: Jason Langer

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Ντίνος Χριστιανόπουλος - "Εναντίον"




Kείμενο του 1977
στο περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ,
αρ. 1, Ιανουάριος - Απρίλιος 1979

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

l' oiseau frivole, de nos destins...




Αν θυμούμαι...

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιάν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ' εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτιλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ' αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνηση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση,

Σαν περιβόητη αμοιβή φτηνής ζωής.





Μανόλης Αναγνωστάκης
Εποχές 3
Τα Ποιήματα
1941 - 1971
εκδόσεις Στιγμή

photo Francesca Woodman

( ο τίτλος παρμένος από την ταινία
¨Pierrot le fou¨
Jean-Luc Godard)

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012




Κάποτε το πίστευα. Κάποτε που πίστευα ότι μπορούσα.
Τότε που ήθελα να βγω. Δεν ήταν ότι ήθελα να βγω. Άλλο ήθελα.
Τότε που το ήθελα, ήθελα τον κάνω να μην είναι αυτό.
Ήθελα να κάνω τον κόσμο έναν άλλον κόσμο.
Να μην είναι αυτό που είναι. Δεν τον ήθελα.
Ήθελα έναν άλλον κόσμο. Όχι αυτόν.
Αυτό ήθελα.
Να βγω απ' αυτόν τον κόσμο και να μπω σ' έναν άλλον.
Να μην είναι ο κόσμος αυτός. Όχι αυτός. Όχι αυτός πια.
Να μην είμαι πια άλλο μέσα σ'αυτόν τον κόσμο.
Να γίνει αυτός ο κόσμος ένας άλλος.
Αυτό ήθελα κάποτε.
Και ήθελα κάποτε να είναι και η ζωή αλλιώς.
Μια ζωή άλλη μέσα σ' έναν κόσμο άλλον.
Τότε αυτό ήθελα.
Κάποτε.
Μια ζωή άλλη μέσα σ' έναν κόσμο άλλον. Κάποτε αυτό ήθελα.
Κάποτε.
Όχι τώρα. Όχι. Όχι πια.
Τώρα πια όχι.
Όχι.
Ούτε τώρα ούτε ποτέ πια.
Τώρα ξέρω.
Δεν έχω τίποτα να σας κρύψω.
Δεν κρύβομαι.
Γιατί να κρυφτώ.
Τώρα που ξέρω.
Ηττήθηκα.
Αυτή είναι η σωστή λέξη.




Δημήτρης Δημητριάδης
"ΛΗΘΗ"

(από το πρόγραμμα της παράστασης Amen
χοροθεατρική ομάδα X-it
2008 )



ptoto: Susan Burnstine "within these"

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012



466

Σπίτι μου το Ενδεχόμενο -
Πιο όμορφο απ' την Πεζογραφία -
Αρίθμητα Παράθυρα -
Αμέτρητες - οι Πόρτες -

Σαν Κέδροι τα Δωμάτια -
Απόρθητα στο βλέμμα -
Και για παντοτινή Σκεπή
Οι Στεγωσιές του Αιθέρα -

Ξένοι μου - οι ομορφότεροι
Και κόπος μου - Μοναδικός -
Ν' ανοίγω τα μικρά μου Χέρια
Για να συνάζω τον Παράδεισο -



Έμιλυ Ντίκινσον
μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς
εκδόσεις: Το Ροδακιό

φωτογραφία: Μαρία Καψή
(σοφία κορώνη)